ΑΓΑ(Ν)-Π(ΟΙ)Ω
ΑΓΑ(Ν)-Π(ΟΙ)Ω
Σημείωση: Δίνω μια δική μου ετυμολογία στο "άγαν" δηλαδή να προέρχεται από το α+ γαν (=γη) και επιπλέον ότι το "α" δεν είναι το στερητικό αλλά το αθροιστικό όπως στο α+δελφύς (=μήτρα) = αδελφός. Κατά τη γνώμη μου, με αυτή την ετυμολογία, το "Μηδέν άγαν" αποκτά μια βαθύτερη σημασία.
Εξ' ου και "άγιος"
Για τη ζεύξη
Ο Δίας, που στην ονομαστική κάνει ο Ζευς, είναι ζεύξη πυρός - ύδατος, που λέει κι ο Ηράκλειτος. Στη γενική είναι του Διός. Είναι το δύο που κάνει αυτή τη θεότητα των πραγμάτων όλων. Είναι καταπληκτικό αν το σκεφτείς. Δύο άνθρωποι μπορεί να καταφέρουν τα πάντα.
Ποίηση
Αυτό που μου άρεσε από παιδί ήταν η ποίηση. Και για μένα τέχνη χωρίς ποίηση δεν γίνεται, είναι η τσαρίνα των τεχνών. Ο χορός μ’ αρέσει επίσης και μες στο σπίτι ακόμα κι όταν μαγειρεύω μ’ αρέσει να χορεύω.
Μαγειρική
Η μαγειρική είναι τέχνη, είναι η όγδοη τέχνη. Στη μαγειρική πρέπει να ‘σαι από πάνω για να μην καεί το φαγητό . Όπως και στο θέατρο. Δηλαδή να το ελέγχεις το πράγμα. Νομίζω ότι με πήγε η ζωή και την πήγα κι εγώ παρέα. Στη ζωή μου και σ’ εμένα μάς αρέσουν τα ίδια πράγματα. Δεν έχω μετανιώσει για κάτι που δεν έχω κάνει.
Πότε μικραίνει η ζωή
Ακούω καμιά φορά που γκρινιάζουν και λέω «κάτι χάνουν που γκρινιάζουν». Σου γκρινιάζει κι η ζωή έτσι. Άσε που τη μικραίνεις. Κι είναι και το πώς ασχολείσαι. Εγώ το βλέπω σε γυναίκες πώς ασχολούνται με τους άντρες, λένε «τι μου κάνει ο άντρας». Εγώ δεν το έχω πει ποτέ αυτό. Ο άνδρας με κάνει μοναδική κι εγώ τον κάνω μοναδικό.
Γενναιοδωρία
Διδάσκω στους ηθοποιούς να αγαπούν πολύ τον κόσμο, πάρα πολύ να τον αγαπάνε τον κόσμο και να θέλουν να του δωριστούν. Κι αυτό θα ξαναγυρίσει μέσα τους. Λέω ότι είναι μια προσφορά στο σύμπαν, γι’ αυτό να είσαι γενναιόδωρος, να ανοίγεσαι, να ανοίγεις κι αυτό να το ξαναβάζεις πάλι μέσα σου. Γιατί αν το δώσεις λίγο, λίγο το πιστέψεις και πεις σ’ αγαπώ, αυτό ξαναγυρίζει πιο μεγάλο μέσα σου. Αυτό που δίνεις το ξαναπαίρνεις. Αυτό παλεύω να μάθω εγώ στα παιδιά μου, να δίνονται γενναιόδωρα. Να μη φοβούνται να καούν, να χτυπήσουν, αυτό θα τους επιστραφεί.
Η σονάτα του Μότσαρτ
Ο Μότσαρτ είχε γράψει μία σονάτα όταν πέθανε η μαμά του, τόσο χαρούμενη. Και με ρώτησε ένα παιδί κάποια φορά «γιατί τόσο χαρούμενη;», «γιατί είναι μεγαλοφυής ο Μότσαρτ» του απάντησα. Το θάνατο τον αντιμετώπισε σαν οίστρο για τη ζωή… Όχι σαν κλαψούρα για να πάρει αγαπούλες επειδή πέθανε κάποιος. Γι’ αυτό αγαπώ τη Σαντορίνη γιατί εκεί εγκυμονεί ο θάνατος συνέχεια.
Αγαθός και παντοδύναμος
Σε μια παλιά πολύ ωραία μυθολογία που έχω του Στέφανου Κομητά, ο οποίος ήταν επιπλέον ένας Φιλικός -εις εκ των πέντε εφόρων της Φιλικής Εταιρείας- μία καταπληκτική μυθολογία, περιγράφεται ο Διόνυσος με το άρμα του να το σέρνουν τίγρεις. Και λέει: «Κυρίευσαν τον κόσμο αναιμωτί». Και περιγράφει τις γυναίκες που ήταν οι Βάκχες του και οι μαινάδες του επίσης σαν τίγρεις . Ο ηθοποιός καλείται να ‘ναι αγαθός και παντοδύναμος για να μπορεί να στέκεται. Αλλιώς (δεν) αφήνει την καλοσύνη του να την πάρει κάποιο κτήνος. Πρέπει να ‘σαι δυνατός.
Για την ακοή
Πάσχουμε, νομίζω, από έλλειψη ακοής. Γιατί μικροί κλείνουμε, για να μη μας μαλώσουν, κλείνουμε να μην ακούσουμε το κακό για μας, μην ακούσουμε τον μπαμπά να μιλάει άσχημα στη μαμά και μετά κλείνει το αφτί και μετά νομίζουμε ότι κι έξω δεν πρέπει να ακούσουμε. Το ‘χουμε πάρει αυτό σαν συνήθεια. Έρχεται λοιπόν ο ηθοποιός με κλεισμένα τα αφτιά. Και τώρα κοίτα να δεις η ελληνική γλώσσα η σοφή, η πάνσοφη. «Πους» το πόδι, μέσα λοιπόν έχει τη λέξη αφτί. «Ους» είναι το αφτί, που σημαίνει ότι πρέπει να ακούς από κάτω από τη γη. Ρους λέξη φοβερή, η ροή, έχει μέσα το αφτί, νους έχει μέσα το αφτί... Ο δάσκαλος θα πρέπει να ξέρει να ακούει για να κάνει και τα παιδιά να ξέρουν να ακούνε τον εαυτό τους.
Να γιορτάζουμε για το… λάθος
Τι προσπαθώ εγώ να πω στα παιδιά; Ότι κάθε φορά γεννάς κάτι. Πώς θα το γεννήσεις; Τι του λες; Πώς του μιλάς, με τι ήχο του μιλάς; Θα του πεις «τι έκανες λάθος;», θα του πεις «ξανά απ’ την αρχή για να γεννήσεις το μωρό του εαυτού σου». Εσύ θα το μεγαλώσεις τώρα το παιδί σου, λέω στους ηθοποιούς μου. Αλλά πώς θα το μεγαλώσεις; Ποιον ήχο θα βάλεις μέσα; Αν σου πω «χάλια το ‘κανες», θα σε τρομάξω. Για φαντάσου να κάνεις κι εσύ το ίδιο στον εαυτό σου, γιατί το ‘χουμε πάρει σαν μητρική γλώσσα και μιλάμε άσχημα στον εαυτό μας. Αυτό προσπαθώ να βγάλω εγώ στα παιδιά. Γιατί έρχονται σε μένα κλεισμένα. Από πού δεν ξέρω. Από φόβο ότι θα τα απορρίψεις μάλλον, το οποίο το κάνουν και μόνα τους στον εαυτό τους. «Κάνε το λάθος» τους λέω, δεν θα σε μαλώσει κανείς, εδώ είμαστε μόνοι μας. Όμως φοβούνται πολλά παιδιά. Θέλει λίγο λίγο να τσαλακωθούν. Όταν καταφέρνω να τους το πάρω είμαι ευτυχής. Να κάνουν λάθος για να πω «μπράβο μπράβο, λάθος λάθος». Πρέπει να γιορτάσουμε για το λάθος.
Φόβος
Θα ήθελα να μιλάω όλες τις γλώσσες, έτσι που ακόμα κι έναν κροκόδειλο που τον φοβάμαι, αν μιλάω τη γλώσσα του, να γίνουμε φίλοι. Δεν μ’ αρέσει το γεγονός ότι φοβάμαι τον κροκόδειλο. Δεν μ’ αρέσει που δε μ’ αρέσει η ύαινα. Είναι ένα κομμάτι μου αυτό που δεν μ’ αρέσει. Θα ήθελα να μιλάω όλες τις γλώσσες του κόσμου, για να μπορώ να επικοινωνώ με όλους και με όλα. Οπότε αν μιλάς τη γλώσσα του κροκόδειλου, δεν θα τον φοβάσαι. Δεν μιλάμε τη γλώσσα του και τον φοβόμαστε.
Ρατσισμός
Πιστεύω πως ρατσισμό έχουμε μέσα μας και για εμάς. Το άσχημό μου δεν το αποδέχομαι. Τον μαύρο μέσα μου δεν το αποδέχομαι. Επομένως όταν βλέπω τον ξένο τρομάζω.
Λόγος
Είναι σαν παιδί ο λόγος, αφήστε τον να παίξει, να βγει έξω, μην τον κρατάτε πίσω το λόγο, σαν ένα τιμωρημένο παιδί. Αισθάνεσαι ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη να φυλακίζει τον εαυτό του και τους άλλους. Οπότε αν εγώ φυλακίζω τον εαυτό μου, δεν θα φυλακίσω και μια γάτα; Δεν θα κοιτάξω να την παιδέψω;
Ατέλεια
Κανονικά θα ‘θελα πολύ να μπορώ να χαϊδέψω και μια ύαινα. Με στενοχωρεί που δεν αγαπάω την κατσαρίδα. Το βρίσκω ατέλειά μου
Βενετία Μοσχόβου, άνασσα ευχαριστημένη
Ο Δίας, που στην ονομαστική κάνει ο Ζευς, είναι ζεύξη πυρός - ύδατος, που λέει κι ο Ηράκλειτος. Στη γενική είναι του Διός. Είναι το δύο που κάνει αυτή τη θεότητα των πραγμάτων όλων. Είναι καταπληκτικό αν το σκεφτείς. Δύο άνθρωποι μπορεί να καταφέρουν τα πάντα.
Ποίηση
Αυτό που μου άρεσε από παιδί ήταν η ποίηση. Και για μένα τέχνη χωρίς ποίηση δεν γίνεται, είναι η τσαρίνα των τεχνών. Ο χορός μ’ αρέσει επίσης και μες στο σπίτι ακόμα κι όταν μαγειρεύω μ’ αρέσει να χορεύω.
Μαγειρική
Η μαγειρική είναι τέχνη, είναι η όγδοη τέχνη. Στη μαγειρική πρέπει να ‘σαι από πάνω για να μην καεί το φαγητό . Όπως και στο θέατρο. Δηλαδή να το ελέγχεις το πράγμα. Νομίζω ότι με πήγε η ζωή και την πήγα κι εγώ παρέα. Στη ζωή μου και σ’ εμένα μάς αρέσουν τα ίδια πράγματα. Δεν έχω μετανιώσει για κάτι που δεν έχω κάνει.
Πότε μικραίνει η ζωή
Ακούω καμιά φορά που γκρινιάζουν και λέω «κάτι χάνουν που γκρινιάζουν». Σου γκρινιάζει κι η ζωή έτσι. Άσε που τη μικραίνεις. Κι είναι και το πώς ασχολείσαι. Εγώ το βλέπω σε γυναίκες πώς ασχολούνται με τους άντρες, λένε «τι μου κάνει ο άντρας». Εγώ δεν το έχω πει ποτέ αυτό. Ο άνδρας με κάνει μοναδική κι εγώ τον κάνω μοναδικό.
Γενναιοδωρία
Διδάσκω στους ηθοποιούς να αγαπούν πολύ τον κόσμο, πάρα πολύ να τον αγαπάνε τον κόσμο και να θέλουν να του δωριστούν. Κι αυτό θα ξαναγυρίσει μέσα τους. Λέω ότι είναι μια προσφορά στο σύμπαν, γι’ αυτό να είσαι γενναιόδωρος, να ανοίγεσαι, να ανοίγεις κι αυτό να το ξαναβάζεις πάλι μέσα σου. Γιατί αν το δώσεις λίγο, λίγο το πιστέψεις και πεις σ’ αγαπώ, αυτό ξαναγυρίζει πιο μεγάλο μέσα σου. Αυτό που δίνεις το ξαναπαίρνεις. Αυτό παλεύω να μάθω εγώ στα παιδιά μου, να δίνονται γενναιόδωρα. Να μη φοβούνται να καούν, να χτυπήσουν, αυτό θα τους επιστραφεί.
Η σονάτα του Μότσαρτ
Ο Μότσαρτ είχε γράψει μία σονάτα όταν πέθανε η μαμά του, τόσο χαρούμενη. Και με ρώτησε ένα παιδί κάποια φορά «γιατί τόσο χαρούμενη;», «γιατί είναι μεγαλοφυής ο Μότσαρτ» του απάντησα. Το θάνατο τον αντιμετώπισε σαν οίστρο για τη ζωή… Όχι σαν κλαψούρα για να πάρει αγαπούλες επειδή πέθανε κάποιος. Γι’ αυτό αγαπώ τη Σαντορίνη γιατί εκεί εγκυμονεί ο θάνατος συνέχεια.
Αγαθός και παντοδύναμος
Σε μια παλιά πολύ ωραία μυθολογία που έχω του Στέφανου Κομητά, ο οποίος ήταν επιπλέον ένας Φιλικός -εις εκ των πέντε εφόρων της Φιλικής Εταιρείας- μία καταπληκτική μυθολογία, περιγράφεται ο Διόνυσος με το άρμα του να το σέρνουν τίγρεις. Και λέει: «Κυρίευσαν τον κόσμο αναιμωτί». Και περιγράφει τις γυναίκες που ήταν οι Βάκχες του και οι μαινάδες του επίσης σαν τίγρεις . Ο ηθοποιός καλείται να ‘ναι αγαθός και παντοδύναμος για να μπορεί να στέκεται. Αλλιώς (δεν) αφήνει την καλοσύνη του να την πάρει κάποιο κτήνος. Πρέπει να ‘σαι δυνατός.
Για την ακοή
Πάσχουμε, νομίζω, από έλλειψη ακοής. Γιατί μικροί κλείνουμε, για να μη μας μαλώσουν, κλείνουμε να μην ακούσουμε το κακό για μας, μην ακούσουμε τον μπαμπά να μιλάει άσχημα στη μαμά και μετά κλείνει το αφτί και μετά νομίζουμε ότι κι έξω δεν πρέπει να ακούσουμε. Το ‘χουμε πάρει αυτό σαν συνήθεια. Έρχεται λοιπόν ο ηθοποιός με κλεισμένα τα αφτιά. Και τώρα κοίτα να δεις η ελληνική γλώσσα η σοφή, η πάνσοφη. «Πους» το πόδι, μέσα λοιπόν έχει τη λέξη αφτί. «Ους» είναι το αφτί, που σημαίνει ότι πρέπει να ακούς από κάτω από τη γη. Ρους λέξη φοβερή, η ροή, έχει μέσα το αφτί, νους έχει μέσα το αφτί... Ο δάσκαλος θα πρέπει να ξέρει να ακούει για να κάνει και τα παιδιά να ξέρουν να ακούνε τον εαυτό τους.
Να γιορτάζουμε για το… λάθος
Τι προσπαθώ εγώ να πω στα παιδιά; Ότι κάθε φορά γεννάς κάτι. Πώς θα το γεννήσεις; Τι του λες; Πώς του μιλάς, με τι ήχο του μιλάς; Θα του πεις «τι έκανες λάθος;», θα του πεις «ξανά απ’ την αρχή για να γεννήσεις το μωρό του εαυτού σου». Εσύ θα το μεγαλώσεις τώρα το παιδί σου, λέω στους ηθοποιούς μου. Αλλά πώς θα το μεγαλώσεις; Ποιον ήχο θα βάλεις μέσα; Αν σου πω «χάλια το ‘κανες», θα σε τρομάξω. Για φαντάσου να κάνεις κι εσύ το ίδιο στον εαυτό σου, γιατί το ‘χουμε πάρει σαν μητρική γλώσσα και μιλάμε άσχημα στον εαυτό μας. Αυτό προσπαθώ να βγάλω εγώ στα παιδιά. Γιατί έρχονται σε μένα κλεισμένα. Από πού δεν ξέρω. Από φόβο ότι θα τα απορρίψεις μάλλον, το οποίο το κάνουν και μόνα τους στον εαυτό τους. «Κάνε το λάθος» τους λέω, δεν θα σε μαλώσει κανείς, εδώ είμαστε μόνοι μας. Όμως φοβούνται πολλά παιδιά. Θέλει λίγο λίγο να τσαλακωθούν. Όταν καταφέρνω να τους το πάρω είμαι ευτυχής. Να κάνουν λάθος για να πω «μπράβο μπράβο, λάθος λάθος». Πρέπει να γιορτάσουμε για το λάθος.
Φόβος
Θα ήθελα να μιλάω όλες τις γλώσσες, έτσι που ακόμα κι έναν κροκόδειλο που τον φοβάμαι, αν μιλάω τη γλώσσα του, να γίνουμε φίλοι. Δεν μ’ αρέσει το γεγονός ότι φοβάμαι τον κροκόδειλο. Δεν μ’ αρέσει που δε μ’ αρέσει η ύαινα. Είναι ένα κομμάτι μου αυτό που δεν μ’ αρέσει. Θα ήθελα να μιλάω όλες τις γλώσσες του κόσμου, για να μπορώ να επικοινωνώ με όλους και με όλα. Οπότε αν μιλάς τη γλώσσα του κροκόδειλου, δεν θα τον φοβάσαι. Δεν μιλάμε τη γλώσσα του και τον φοβόμαστε.
Ρατσισμός
Πιστεύω πως ρατσισμό έχουμε μέσα μας και για εμάς. Το άσχημό μου δεν το αποδέχομαι. Τον μαύρο μέσα μου δεν το αποδέχομαι. Επομένως όταν βλέπω τον ξένο τρομάζω.
Λόγος
Είναι σαν παιδί ο λόγος, αφήστε τον να παίξει, να βγει έξω, μην τον κρατάτε πίσω το λόγο, σαν ένα τιμωρημένο παιδί. Αισθάνεσαι ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη να φυλακίζει τον εαυτό του και τους άλλους. Οπότε αν εγώ φυλακίζω τον εαυτό μου, δεν θα φυλακίσω και μια γάτα; Δεν θα κοιτάξω να την παιδέψω;
Ατέλεια
Κανονικά θα ‘θελα πολύ να μπορώ να χαϊδέψω και μια ύαινα. Με στενοχωρεί που δεν αγαπάω την κατσαρίδα. Το βρίσκω ατέλειά μου
Βενετία Μοσχόβου, άνασσα ευχαριστημένη
Τι είναι ο Έρως;
«Τί είναι ο Έρως, διηρωτάτο η Υβόννη εν απογνώσει. Διατί να είναι τόσον δύσκολος η ολοκλήρωσίς του; Διατί να προκαλή τόσους πόνους και τόσας πικρίας, ενώ είναι το μεγαλύτερον αγαθόν, το μεγαλύτερον δώρον που εδόθη εις τους ανθρώπους, η μεγαλυτέρα απόλαυσις, η βαθυτέρα ευτυχία. Τί είναι αυτό που μετατρέπει τον Έρωτα, από Παράδεισον ηδονών, εις Κόλασιν μαρτυρίων; Τι είναι αυτό που μετατρέπει το μέλι εις χολήν; Τι είναι αυτό που κάμνει τον ατυχή ερωτευμένον να υποφέρη, υπό ορισμένας συνθήκας, τόσον; Τι είναι αυτό που ώρες-ώρες κάνει το αίμα το ζεστό να γίνεται μέσα στις φλέβες πάγος; Τι συμβαίνει, διηρωτάτο με σπαραγμόν η νεανίς, και δεν ημπορεί κανείς να απολαμβάνη πάντοτε τον έρωτα σαν μίαν ωραίαν οπώραν {…}, σαν ένα ωραίο τοπείον, σαν ένα ωραίο ξένοιστο πρωί, πασίχαρο, αυροφίλητο, γιομάτο ευφροσύνη, σαν ένα μυροβόλο περιβόλι, ή σαν μια καθαρή αμμουδιά, λουσμένη από γαλάζιο πέλαγος ευδαιμονίας;
Μήπως δεν φταίει καθόλου, μα καθόλου ο έρως – εξηκολούθησε να σκέπτεται μα αιμάσσουσαν καρδίαν η Υβόννη. Μήπως φταίει ο τρόπος με τον οποίον αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τον έρωτα, τόσον εις το ατομικόν, όσον και εις το κοινωνικόν επίπεδον; Μήπως, αν δεν έμπαινε στη μέση το λεγόμενον «αίσθημα» και η λεγομένη «ηθική», θα ημπορούσε τότε μόνον να είναι ο έρως τέλειος και απλός και εύκολος, επ’ άπειρον πανήδονος και απολύτως παντοδύναμος – όλο χαρά (μόνο χαρά), όλο γλύκα (μόνο γλύκα), χωρίς απαγορεύσεις, στερήσεις, πικρίες, διάφορα «μούπες-σούπα» και άλλα αηδή και ακατανόητα, όπως η αποκλειστικότης, η εντός του γάμου αγνότης και όλη η σχετική με αυτόν απέραντη όσον και μάταια ηθικολογία και φιλολογία;
Με τας τελευταίας σκέψεις, η Υβόννη έπαυσε να κλαίη. Της εφάνη ωσάν να είχε λάμψει αιφνιδίως εις το σκότος ένα φως λαμπρόν, μια δέσμη φωτεινή μεγάλου φάρου τηλαυγούς.
{…}
Η Υβόννη εσταμάτησε και ύψωσε το βλέμμα της προς το στερέωμα.
Ω, πόσον ωραία ήτο αυτή η εαρινή νυξ, πόσον λαμπροί ήσαν οι αστέρες, πόσον ακαταμέτρητον ήτο το ύψος του ουρανού! Οποία μεγαλοπρέπεια! Οποία μεγαλωσύνη! Τί ήτο αυτό το απροσμέτρητον; Ένα μαγάλο χάος, ή μία σοφή διάρθρωσις στοιχείων ασυλλήπτων από την διάνοιαν του ανθρώπου, έργον ενός εξουσιάζοντος και διευθύνοντος τα πάντα παντοδυνάμου νου; Ήσαν τα πάντα τυχαία, ή ωφείλοντο εις μίαν θέλησιν και μίαν λογικήν τελείως υπεράνθρωπον, εις μίαν ικανότητα ίλιγγον επιφέρουσαν, της οποίας τα έργα κατέληγαν εις μίαν θεσπέσιαν αρμονίαν; Μήπως οι απέραντοι κόσμοι που την απετέλουν ήσαν το έργον όχι του Θεού, που η εκκλησία θέλει να μας επιβάλη, αλλά ενός Θεού τελείως διαφορετικού, ενός Θεού αλήθεια παντοκράτορος, ενός Θεού αλήθεια παντοδύναμου, που υπήρχε μέσα στα ίδια τα έργα του και σε όλα τα κτίσματά του, αποτελούντος ένα με αυτά, και υπάρχοντος παντού αλλ’ αοράτου, όπως είναι υπαρκτή μα αόρατος η ενέργεια, όπως είναι υπαρκτόν μα αόρατον το πνεύμα, όπως είναι είναι υπαρκτόν αλλά μη ορατόν εις τους πολλούς το Μέγα Φως το Άκτιστον, το Μέγα Φως το Άπιαστον, το εν μεγαλείω και δόξη καταυγάζον, το εις τους αιώνας άπιαστον, μα εκθαμβωτικά εις τους αιώνας των αιώνων ορατόν, μόνο εις όσους ευλογήθηκαν με την υψίστην Χάριν το Φως αυτό να ιδούν; Μήπως άπαντα ταύτα ήσαν ο Θεός, ο μόνος αληθινός – τουτέστιν μια παμμέγιστη, μια υπερτάτη δύναμις ή ενέργεια «λελογισμένη» και παντάνασσα, και επί της Γης και εν Υψίστοις; Αλήθεια, μήπως αυτά ήσαν ο Θεός, και όχι εκείνος ο ηθικολόγος τύραννος και τιμωρός κριτής – τουτέστιν ένας μεγάλος Άρχων φωτεινός, αυτόφωτος, τελείως άσχετος με τας εννοίας του Καλού και του Κακού; Μήπως εν τη ουσία των πραγμάτων δεν υπήρχε καμμία ηθική, ούτε ανάγκη ηθικής, για να διαρθρωθή και να υπάρξη ο Κόσμος; Μήπως, μα τον Θεόν, ο μόνος Θεός ήτο ένας τεράστιος και παντοδύναμος Ψώλων, και, ουσιαστικώς, υπήρχαν μόνον ηδοναί, δια του πανισχύρου Πέους του και του υπερπλουσίου Σπέρματός του χορηγούμεναι; Και μήπως αι ηδοναί αυταί, τουτέστιν αι ερωτικαί, ήσαν αι πράξεις εκείναι, που επλησίαζαν ασυγκρίτως περισσότερον απ’ οτιδήποτε άλλο τους ανθρώπους προς τον Μεγαλοψώλονα Θεόν, τον απόλυτον Πλάστην και Κτήτορα του Κόσμου, τον απόλυτον Κύριον των Δυνάμεων, τον απόλυτο Άρχοντα των Ουρανών και της μικράς μας Γης;
Η Υβόννη ησθάνθη προς στιγμήν ίλιγγον. Δια πρώτην φοράν εις τη ζωήν της εξέρχετο από τα όρια του συμβατικού, από τα όρια του θεμιτού. Όλως αιφνιδίως αντιμετώπιζε τώρα θέματα και έννοιας, αιτήματα και προβλήματα, που ουδέποτε μέχρι τούδε είχε σκεφθεί. Πόσον μακράν ευρίσκετο από την πεπατημένην, την μικροαστικήν αθλιότητα και νοοτροπίαν! Πόσον μακράν ευρίσκετο από την δικτατορικήν εξουσίαν του Παπισμού, της Εκκλησίας, του Καθολικού Χριστιανισμού! {…}
Ο ίλιγγος της Υβόννης ήτο στιγμιαίος. Νέαι σκέψεις, σαν έφηβοι και νεάνιδες αφεθέντες ελεύθεροι από κρατητήρια κοσμητόρων και αστυνομιών, συνέρρεαν με ορμήν και σφρίγος εις τους χλοερούς λειμώνας και τα τερπνά άλση του ελευθέρου λογισμού, της απολύτου ελευθερίας, επάνω από τα οποία έλαμπε, ως μέγας αδάμας ΚΟ-Ι-ΝΟΡ, ο ήλιος της Αλήθειας.
Ο στιγμιαίος ίλιγγος παρήλθε τελείως. Ήτο λοιπόν ωραία η ζωή, πλήρης ηδονών, υπό τον όρον να ξεύρη κανείς να την ζη και να ημπορή να υπερπηδά ή να καταρρίπτη τα ευρισκόμενα ή τιθέμενα εμπόδια και παγίδες.
Η Υβόννη ανέπνευσε βαθιά την θαλασσίαν αύραν και εκοίταζε τον ουρανόν ως εν εκστάσει. Λέξεις που είχε μάθει να αποστηθίζη μάλλον παρά να εννοή εις το σχολείον, επανήρχοντο εις τον νουν της. Ποιος ήτο ο Σείριος, ο Ωρίον; Ποιος ο Βέγας; Ποιος ο Ζεύς; Ποια η Αφροδίτη; Τί ήτο ο μέγας επουράνιος ποταμός, ο Γαλαξίας; Τί ήτο η μέδουσα, ο Ιππόκαμπος, ο Αστερίας; Τί ήσαν τα μαλάκια και σπονδυλωτοί ιχθύες; Τί ήτο ο Βροντόσαυρος, το Δεινοθήριον, η Φάλαινα, τα Μαμούθ, ο Ελέφας; Τί ήτο η ώσις εκείνη που εξεκίνησε από τους πυθμένας των ωκεανών εις την αυγήν της προανθρώπινης ιστορίας και έφθανε πέραν από τας αυχμηρότητας και τους κοχλασμούς της Γης, τους κατακλυσμούς και τα πλημμύρας, τας συρρικνώσεις και τους παγετούς, εις λόχμας και δάση σκιερά και εις ποταμοβρέκτους πεδιάδας, εις γεννήματα και οπώρας {…}, ναι, ω ναι, εις οπώρας και εις καρπούς ποικίλους, που επέτρεπαν την έλευσιν άλλων ειδών και άλλων πλασμάτων…
Και η Υβόννη, εν εξάρσει, εξηκολούθησε να σκέπτεται.
Τί ήτο αυτό που εσύρετο, όταν εγκατέλειψε τα υγρά ανήλια βάθη, τι ήτο αυτό που εσύρετο, αρχικώς, εις γυμνάς θειούχους εκτάσεις, και που ωρθώθη επί τεσσάρων και εν τέλει επί δύο ποδών, και, καθώς είδε ότι είχε αποκτήσει χέρια, ήρχισε να συλλέγη τους καρπούς και τα οπώρας και να κατασκευάζη εργαλεία και όπλα; Τί ήτο αυτό που ούρλιαζε, εσφύριζε ή εβρυχάτο, εις πυκνούς δρυμούς και εις ατμώδη έλη, και έπειτα έγινε αίσθημα, οίστρος, ποιητής, ταγός και λόγος; Τί ήτο αυτό που από βαρέως τριχωτόν και φοβερόν την θέαν ποδοτετράχειρον, έγινε πίθηκος ορθούμενος και κατόπιν άνθρωπος δίπους όρθιος, άνθρωπος «σάπιενς», άνθρωπος με αισθήσεις συνειδητάς, σκέψιν και γνώσεις, τουτέστιν μάστορης, κτίστης και πολεμιστής, και, εν τέλει, άρχων της Γης αναμφισβήτητος, εξουσιάζων απολύτως επί των αλόγων αδελφών πλασμάτων; Τί ήσαν αυταί αι αλλαγαί και εξελίξεις; Τί ήσαν αι μετουσιώσεις; Τί ήτο, αλήθεια, ο Σείριος, ο Ωρίων; Τί ήσαν οι προφήται; Τί ήσαν ο Μωϋσής, ο Ιεζεκιήλ, ο Ησαϊας; Τί ήτο ο Ιησούς Χριστός; Τί ήτο ο Σατανάς; Τί ήτο, εν τέλει, ο άνθρωπος; Τέκνον της ύλης ή του πνεύματος; Ή μήπως ήτο βλαστός ενός αδιαιρέτου αμαλγάματος των δύο, μιας ενότητος αδιαχωρίστου θείας;
Αν είχαν τα πάντα αφετηρίαν, θα έλεγε κανείς ότι τέρμα δεν είχαν. Τίποτε δεν ήτο προδιαεγραμμένον. Ουσιαστικώς αδράνεια δεν υπήρχε, τα πάντα έρρεαν, άλλαζαν ή μετουσιώνοντο – οι κόσμοι και οι άνθρωποι. Ίσως όλα αυτά μαζύ, ίσως το άθροισμα όλων αυτών, ίσως το ατελεύτητον Σύμπαν να είναι ο Θεός, ο παντοκράτορ Άρχων. Ναι, ναι, τα πάντα έρρεαν, άλλαζαν, ή μετουσιώνοντο επ’ άπειρον, εσαεί…
Αναπνέουσα βαθειά, η Υβόννη εκοίταζε ακόμη τον ουρανόν. Αίφνης μία άλλη σκέψις, εις αδιάπτωτον αλληλουχίαν με τας προηγουμένας ερχόμενη, έλαμψε εις τον νουν της. Ήτο μία σκέψις γοργή, θερμή, σαν αίμα σφύζοντος νεανικού οργανισμού… Μήπως αν ήλλασσε πεποιθήσεις και ιδίως την συμπεριφοράν της εις την ζωήν ως προς τον έρωτα, εις τον οποίον έως σήμερον υπήρξε τόσον πολύ ελλειμματίας, θα ήρχιζε δι΄ αυτήν νέα ζωή, μία ζωή πανήδονη, γλυκύτατη – η μόνη ορθή, αληθινή και φυσική. Αλήθεια, μήπως τούτο ήτο δυνατόν;
Ακόμη ολίγα δευτερόλεπτα εκοίταξε τον ουρανόν ως εν εκστάσει η Υβόννη, γοητευμένη, μαγευμένη και αναπνεόυσα βαθειά την θαλασσίαν αύραν… Ω, ναι, αυτό που εσκέφθη ήτο απολύτως δυνατόν. Αλλέως, δεν θα έλαμπαν με αυτόν τον τρόπο τα άστρα· αλλέως δεν θα περιεστρέφοντο τόσον θριαμβευτικά και με τόσην ευρυθμίαν οι τρόχοι του «Μεγάλου Ανατολικού»· αλλέως δεν θα εσκόρπιζε τόσον θωπευτικά, τόσον ηδονικά, κατά διαστήματα, εις το πρόσωπόν της, το υγρόν ψιμύθιν του θαλασίου αφρού, η απαλή πνοή του ανέμου… Ω, ναι, αυτό που εσκέφθη, ήτο δυνατόν να γίνη, και η αλλαγή αυτή, που έπρεπε να αρχίση αμέσως, θα ήτο ο λυτρωμός της.»
http://www.vrahokipos.net/
Μήπως δεν φταίει καθόλου, μα καθόλου ο έρως – εξηκολούθησε να σκέπτεται μα αιμάσσουσαν καρδίαν η Υβόννη. Μήπως φταίει ο τρόπος με τον οποίον αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τον έρωτα, τόσον εις το ατομικόν, όσον και εις το κοινωνικόν επίπεδον; Μήπως, αν δεν έμπαινε στη μέση το λεγόμενον «αίσθημα» και η λεγομένη «ηθική», θα ημπορούσε τότε μόνον να είναι ο έρως τέλειος και απλός και εύκολος, επ’ άπειρον πανήδονος και απολύτως παντοδύναμος – όλο χαρά (μόνο χαρά), όλο γλύκα (μόνο γλύκα), χωρίς απαγορεύσεις, στερήσεις, πικρίες, διάφορα «μούπες-σούπα» και άλλα αηδή και ακατανόητα, όπως η αποκλειστικότης, η εντός του γάμου αγνότης και όλη η σχετική με αυτόν απέραντη όσον και μάταια ηθικολογία και φιλολογία;
Με τας τελευταίας σκέψεις, η Υβόννη έπαυσε να κλαίη. Της εφάνη ωσάν να είχε λάμψει αιφνιδίως εις το σκότος ένα φως λαμπρόν, μια δέσμη φωτεινή μεγάλου φάρου τηλαυγούς.
{…}
Η Υβόννη εσταμάτησε και ύψωσε το βλέμμα της προς το στερέωμα.
Ω, πόσον ωραία ήτο αυτή η εαρινή νυξ, πόσον λαμπροί ήσαν οι αστέρες, πόσον ακαταμέτρητον ήτο το ύψος του ουρανού! Οποία μεγαλοπρέπεια! Οποία μεγαλωσύνη! Τί ήτο αυτό το απροσμέτρητον; Ένα μαγάλο χάος, ή μία σοφή διάρθρωσις στοιχείων ασυλλήπτων από την διάνοιαν του ανθρώπου, έργον ενός εξουσιάζοντος και διευθύνοντος τα πάντα παντοδυνάμου νου; Ήσαν τα πάντα τυχαία, ή ωφείλοντο εις μίαν θέλησιν και μίαν λογικήν τελείως υπεράνθρωπον, εις μίαν ικανότητα ίλιγγον επιφέρουσαν, της οποίας τα έργα κατέληγαν εις μίαν θεσπέσιαν αρμονίαν; Μήπως οι απέραντοι κόσμοι που την απετέλουν ήσαν το έργον όχι του Θεού, που η εκκλησία θέλει να μας επιβάλη, αλλά ενός Θεού τελείως διαφορετικού, ενός Θεού αλήθεια παντοκράτορος, ενός Θεού αλήθεια παντοδύναμου, που υπήρχε μέσα στα ίδια τα έργα του και σε όλα τα κτίσματά του, αποτελούντος ένα με αυτά, και υπάρχοντος παντού αλλ’ αοράτου, όπως είναι υπαρκτή μα αόρατος η ενέργεια, όπως είναι υπαρκτόν μα αόρατον το πνεύμα, όπως είναι είναι υπαρκτόν αλλά μη ορατόν εις τους πολλούς το Μέγα Φως το Άκτιστον, το Μέγα Φως το Άπιαστον, το εν μεγαλείω και δόξη καταυγάζον, το εις τους αιώνας άπιαστον, μα εκθαμβωτικά εις τους αιώνας των αιώνων ορατόν, μόνο εις όσους ευλογήθηκαν με την υψίστην Χάριν το Φως αυτό να ιδούν; Μήπως άπαντα ταύτα ήσαν ο Θεός, ο μόνος αληθινός – τουτέστιν μια παμμέγιστη, μια υπερτάτη δύναμις ή ενέργεια «λελογισμένη» και παντάνασσα, και επί της Γης και εν Υψίστοις; Αλήθεια, μήπως αυτά ήσαν ο Θεός, και όχι εκείνος ο ηθικολόγος τύραννος και τιμωρός κριτής – τουτέστιν ένας μεγάλος Άρχων φωτεινός, αυτόφωτος, τελείως άσχετος με τας εννοίας του Καλού και του Κακού; Μήπως εν τη ουσία των πραγμάτων δεν υπήρχε καμμία ηθική, ούτε ανάγκη ηθικής, για να διαρθρωθή και να υπάρξη ο Κόσμος; Μήπως, μα τον Θεόν, ο μόνος Θεός ήτο ένας τεράστιος και παντοδύναμος Ψώλων, και, ουσιαστικώς, υπήρχαν μόνον ηδοναί, δια του πανισχύρου Πέους του και του υπερπλουσίου Σπέρματός του χορηγούμεναι; Και μήπως αι ηδοναί αυταί, τουτέστιν αι ερωτικαί, ήσαν αι πράξεις εκείναι, που επλησίαζαν ασυγκρίτως περισσότερον απ’ οτιδήποτε άλλο τους ανθρώπους προς τον Μεγαλοψώλονα Θεόν, τον απόλυτον Πλάστην και Κτήτορα του Κόσμου, τον απόλυτον Κύριον των Δυνάμεων, τον απόλυτο Άρχοντα των Ουρανών και της μικράς μας Γης;
Η Υβόννη ησθάνθη προς στιγμήν ίλιγγον. Δια πρώτην φοράν εις τη ζωήν της εξέρχετο από τα όρια του συμβατικού, από τα όρια του θεμιτού. Όλως αιφνιδίως αντιμετώπιζε τώρα θέματα και έννοιας, αιτήματα και προβλήματα, που ουδέποτε μέχρι τούδε είχε σκεφθεί. Πόσον μακράν ευρίσκετο από την πεπατημένην, την μικροαστικήν αθλιότητα και νοοτροπίαν! Πόσον μακράν ευρίσκετο από την δικτατορικήν εξουσίαν του Παπισμού, της Εκκλησίας, του Καθολικού Χριστιανισμού! {…}
Ο ίλιγγος της Υβόννης ήτο στιγμιαίος. Νέαι σκέψεις, σαν έφηβοι και νεάνιδες αφεθέντες ελεύθεροι από κρατητήρια κοσμητόρων και αστυνομιών, συνέρρεαν με ορμήν και σφρίγος εις τους χλοερούς λειμώνας και τα τερπνά άλση του ελευθέρου λογισμού, της απολύτου ελευθερίας, επάνω από τα οποία έλαμπε, ως μέγας αδάμας ΚΟ-Ι-ΝΟΡ, ο ήλιος της Αλήθειας.
Ο στιγμιαίος ίλιγγος παρήλθε τελείως. Ήτο λοιπόν ωραία η ζωή, πλήρης ηδονών, υπό τον όρον να ξεύρη κανείς να την ζη και να ημπορή να υπερπηδά ή να καταρρίπτη τα ευρισκόμενα ή τιθέμενα εμπόδια και παγίδες.
Η Υβόννη ανέπνευσε βαθιά την θαλασσίαν αύραν και εκοίταζε τον ουρανόν ως εν εκστάσει. Λέξεις που είχε μάθει να αποστηθίζη μάλλον παρά να εννοή εις το σχολείον, επανήρχοντο εις τον νουν της. Ποιος ήτο ο Σείριος, ο Ωρίον; Ποιος ο Βέγας; Ποιος ο Ζεύς; Ποια η Αφροδίτη; Τί ήτο ο μέγας επουράνιος ποταμός, ο Γαλαξίας; Τί ήτο η μέδουσα, ο Ιππόκαμπος, ο Αστερίας; Τί ήσαν τα μαλάκια και σπονδυλωτοί ιχθύες; Τί ήτο ο Βροντόσαυρος, το Δεινοθήριον, η Φάλαινα, τα Μαμούθ, ο Ελέφας; Τί ήτο η ώσις εκείνη που εξεκίνησε από τους πυθμένας των ωκεανών εις την αυγήν της προανθρώπινης ιστορίας και έφθανε πέραν από τας αυχμηρότητας και τους κοχλασμούς της Γης, τους κατακλυσμούς και τα πλημμύρας, τας συρρικνώσεις και τους παγετούς, εις λόχμας και δάση σκιερά και εις ποταμοβρέκτους πεδιάδας, εις γεννήματα και οπώρας {…}, ναι, ω ναι, εις οπώρας και εις καρπούς ποικίλους, που επέτρεπαν την έλευσιν άλλων ειδών και άλλων πλασμάτων…
Και η Υβόννη, εν εξάρσει, εξηκολούθησε να σκέπτεται.
Τί ήτο αυτό που εσύρετο, όταν εγκατέλειψε τα υγρά ανήλια βάθη, τι ήτο αυτό που εσύρετο, αρχικώς, εις γυμνάς θειούχους εκτάσεις, και που ωρθώθη επί τεσσάρων και εν τέλει επί δύο ποδών, και, καθώς είδε ότι είχε αποκτήσει χέρια, ήρχισε να συλλέγη τους καρπούς και τα οπώρας και να κατασκευάζη εργαλεία και όπλα; Τί ήτο αυτό που ούρλιαζε, εσφύριζε ή εβρυχάτο, εις πυκνούς δρυμούς και εις ατμώδη έλη, και έπειτα έγινε αίσθημα, οίστρος, ποιητής, ταγός και λόγος; Τί ήτο αυτό που από βαρέως τριχωτόν και φοβερόν την θέαν ποδοτετράχειρον, έγινε πίθηκος ορθούμενος και κατόπιν άνθρωπος δίπους όρθιος, άνθρωπος «σάπιενς», άνθρωπος με αισθήσεις συνειδητάς, σκέψιν και γνώσεις, τουτέστιν μάστορης, κτίστης και πολεμιστής, και, εν τέλει, άρχων της Γης αναμφισβήτητος, εξουσιάζων απολύτως επί των αλόγων αδελφών πλασμάτων; Τί ήσαν αυταί αι αλλαγαί και εξελίξεις; Τί ήσαν αι μετουσιώσεις; Τί ήτο, αλήθεια, ο Σείριος, ο Ωρίων; Τί ήσαν οι προφήται; Τί ήσαν ο Μωϋσής, ο Ιεζεκιήλ, ο Ησαϊας; Τί ήτο ο Ιησούς Χριστός; Τί ήτο ο Σατανάς; Τί ήτο, εν τέλει, ο άνθρωπος; Τέκνον της ύλης ή του πνεύματος; Ή μήπως ήτο βλαστός ενός αδιαιρέτου αμαλγάματος των δύο, μιας ενότητος αδιαχωρίστου θείας;
Αν είχαν τα πάντα αφετηρίαν, θα έλεγε κανείς ότι τέρμα δεν είχαν. Τίποτε δεν ήτο προδιαεγραμμένον. Ουσιαστικώς αδράνεια δεν υπήρχε, τα πάντα έρρεαν, άλλαζαν ή μετουσιώνοντο – οι κόσμοι και οι άνθρωποι. Ίσως όλα αυτά μαζύ, ίσως το άθροισμα όλων αυτών, ίσως το ατελεύτητον Σύμπαν να είναι ο Θεός, ο παντοκράτορ Άρχων. Ναι, ναι, τα πάντα έρρεαν, άλλαζαν, ή μετουσιώνοντο επ’ άπειρον, εσαεί…
Αναπνέουσα βαθειά, η Υβόννη εκοίταζε ακόμη τον ουρανόν. Αίφνης μία άλλη σκέψις, εις αδιάπτωτον αλληλουχίαν με τας προηγουμένας ερχόμενη, έλαμψε εις τον νουν της. Ήτο μία σκέψις γοργή, θερμή, σαν αίμα σφύζοντος νεανικού οργανισμού… Μήπως αν ήλλασσε πεποιθήσεις και ιδίως την συμπεριφοράν της εις την ζωήν ως προς τον έρωτα, εις τον οποίον έως σήμερον υπήρξε τόσον πολύ ελλειμματίας, θα ήρχιζε δι΄ αυτήν νέα ζωή, μία ζωή πανήδονη, γλυκύτατη – η μόνη ορθή, αληθινή και φυσική. Αλήθεια, μήπως τούτο ήτο δυνατόν;
Ακόμη ολίγα δευτερόλεπτα εκοίταξε τον ουρανόν ως εν εκστάσει η Υβόννη, γοητευμένη, μαγευμένη και αναπνεόυσα βαθειά την θαλασσίαν αύραν… Ω, ναι, αυτό που εσκέφθη ήτο απολύτως δυνατόν. Αλλέως, δεν θα έλαμπαν με αυτόν τον τρόπο τα άστρα· αλλέως δεν θα περιεστρέφοντο τόσον θριαμβευτικά και με τόσην ευρυθμίαν οι τρόχοι του «Μεγάλου Ανατολικού»· αλλέως δεν θα εσκόρπιζε τόσον θωπευτικά, τόσον ηδονικά, κατά διαστήματα, εις το πρόσωπόν της, το υγρόν ψιμύθιν του θαλασίου αφρού, η απαλή πνοή του ανέμου… Ω, ναι, αυτό που εσκέφθη, ήτο δυνατόν να γίνη, και η αλλαγή αυτή, που έπρεπε να αρχίση αμέσως, θα ήτο ο λυτρωμός της.»
http://www.vrahokipos.net/
ὁ Μέγας Πᾶν δὲν πέθανε
Ἥλιε, ἐσύ, πηγὴ ἀστείρευτη
κάθε ζωῆς, εἰκόνα
τοῦ ὡραίου ὑπερτέλεια
καὶ τοῦ Ἀπείρου κορῶνα.
Πρὶν ἀρχίσουν τὸ διάβα τους
τῶν θεῶν οἱ λεγεῶνες,
πρῶτο θεὸ σὲ ἀγνάντεψαν
καὶ μοναχὸν οἱ αἰῶνες.
Καὶ πάλι θεὸς ὕστατος
σὲ νεκρικὴ λαμπάδα
τοῦ τελευταίου θρησκεύματος
θὰ φέξης τὴν κρυάδα.
Ἡ γῆ μας γῆ ἄφθαρτων
ἀερικῶν καὶ εἰδώλων,
πασίχαρος καὶ ὑπέρτατος
θεός μας εἶν᾿ ὁ Ἀπόλλων.
Στὰ ἐντάφια λευκὰ σάβανα
γυρτὸς ὁ Ἐσταυρωμένος
εἶν᾿ ὁλόμορφος Ἀδωνις
ροδοπεριχυμένος.
Ἡ ἀρχαία ψυχὴ ζῆ μέσα μας
ἀθέλητα κρυμμένη,
ὁ Μέγας Πᾶν δὲν πέθανεν,
ὄχι, ὁ Πᾶν δὲν πεθαίνει!
Κωστής Παλαμάς
κάθε ζωῆς, εἰκόνα
τοῦ ὡραίου ὑπερτέλεια
καὶ τοῦ Ἀπείρου κορῶνα.
Πρὶν ἀρχίσουν τὸ διάβα τους
τῶν θεῶν οἱ λεγεῶνες,
πρῶτο θεὸ σὲ ἀγνάντεψαν
καὶ μοναχὸν οἱ αἰῶνες.
Καὶ πάλι θεὸς ὕστατος
σὲ νεκρικὴ λαμπάδα
τοῦ τελευταίου θρησκεύματος
θὰ φέξης τὴν κρυάδα.
Ἡ γῆ μας γῆ ἄφθαρτων
ἀερικῶν καὶ εἰδώλων,
πασίχαρος καὶ ὑπέρτατος
θεός μας εἶν᾿ ὁ Ἀπόλλων.
Στὰ ἐντάφια λευκὰ σάβανα
γυρτὸς ὁ Ἐσταυρωμένος
εἶν᾿ ὁλόμορφος Ἀδωνις
ροδοπεριχυμένος.
Ἡ ἀρχαία ψυχὴ ζῆ μέσα μας
ἀθέλητα κρυμμένη,
ὁ Μέγας Πᾶν δὲν πέθανεν,
ὄχι, ὁ Πᾶν δὲν πεθαίνει!
Κωστής Παλαμάς
Σκοπός της ζωής μας...
Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας δὲν εἶναι ἡ χαμέρπεια.
Ὑπάρχουν ἀπειράκις ὡραιότερα πράγματα καὶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἀγαλματώδη παρουσία τοῦ περασμένου ἔπους.
Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ ἀγάπη.
Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ ἀτελεύτητη μᾶζα μας.
Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ λυσιτελὴς παραδοχὴ τῆς ζωῆς μας καὶ τῆς κάθε μας εὐχῆς ἐν παντὶ τόπῳ εἰς πᾶσαν στιγμὴν εἰς κάθε ἔνθερμον ἀναμόχλευσιν τῶν ὑπαρχόντων.
Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι τὸ σεσημασμένον δέρας τῆς ὑπάρξεώς μας.
Τριαντάφυλλα στο Παράθυρο
Ὑπάρχουν ἀπειράκις ὡραιότερα πράγματα καὶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἀγαλματώδη παρουσία τοῦ περασμένου ἔπους.
Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ ἀγάπη.
Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ ἀτελεύτητη μᾶζα μας.
Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ λυσιτελὴς παραδοχὴ τῆς ζωῆς μας καὶ τῆς κάθε μας εὐχῆς ἐν παντὶ τόπῳ εἰς πᾶσαν στιγμὴν εἰς κάθε ἔνθερμον ἀναμόχλευσιν τῶν ὑπαρχόντων.
Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι τὸ σεσημασμένον δέρας τῆς ὑπάρξεώς μας.
Τριαντάφυλλα στο Παράθυρο
Γιατί βαθιά μου δόξασα
Γιατὶ βαθιὰ μου δόξασα καὶ πίστεψα τὴ γῆ
καὶ στὴ φυγὴ δὲν ἅπλωσα τὰ μυστικὰ φτερὰ μου,
μὰ ὁλάκερον ἐρίζωσα τὸ νοῦ μου στὴ σιγή,
νὰ ποὺ καὶ πάλι ἀναπηδᾶ στὴ δίψα μου ἡ πηγή,
πηγὴ ζωῆς, χορευτικὴ πηγή, πηγὴ χαρὰ μου…
Γιατὶ ποτὲ δὲ λόγιασα τὸ πότε καὶ τὸ πῶς,
μὰ ἐβύθισα τὴ σκέψη μου μέσα στὴν πᾶσαν ὥρα,
σὰ μέσα της νὰ κρύβονταν ὁ ἀμέτρητος σκοπός,
νὰ τώρα πού, ἢ καλοκαιριὰ τριγύρα μου εἴτε μπόρα,
λάμπ’ ἡ στιγμὴ ὁλοστρόγγυλη στὸ νοῦ μου σὰν ὀπώρα,
βρέχει ἀπ’ τὰ βάθη τ’ οὐρανοῦ καὶ μέσα μου ὁ καρπός!...
Γιατὶ δὲν εἶπα: «’Εδῶ ἡ ζωὴ ἀρχίζει, ἐδῶ τελειώνει…»
μὰ «Ἂν εἶν’ ἡ μέρα βροχερή, σέρνει πιὸ πλούσιο φῶς…
μὰ κι ὁ σεισμὸς βαθύτερη τὴ χτίση θεμελιώνει,
τὶ ὁ ζωντανὸς παλμὸς τῆς γῆς ποὺ πλάθει εἶναι κρυφὸς…»
νὰ πού, ὃ,τι στάθη ἐφήμερο, σὰ σύγνεφο ἀναλιώνει,
νὰ ποὺ κι ὁ μέγας Θάνατος μοῦ γίνηκε ἀδερφός!...
Άγγελος Σικελιανός
καὶ στὴ φυγὴ δὲν ἅπλωσα τὰ μυστικὰ φτερὰ μου,
μὰ ὁλάκερον ἐρίζωσα τὸ νοῦ μου στὴ σιγή,
νὰ ποὺ καὶ πάλι ἀναπηδᾶ στὴ δίψα μου ἡ πηγή,
πηγὴ ζωῆς, χορευτικὴ πηγή, πηγὴ χαρὰ μου…
Γιατὶ ποτὲ δὲ λόγιασα τὸ πότε καὶ τὸ πῶς,
μὰ ἐβύθισα τὴ σκέψη μου μέσα στὴν πᾶσαν ὥρα,
σὰ μέσα της νὰ κρύβονταν ὁ ἀμέτρητος σκοπός,
νὰ τώρα πού, ἢ καλοκαιριὰ τριγύρα μου εἴτε μπόρα,
λάμπ’ ἡ στιγμὴ ὁλοστρόγγυλη στὸ νοῦ μου σὰν ὀπώρα,
βρέχει ἀπ’ τὰ βάθη τ’ οὐρανοῦ καὶ μέσα μου ὁ καρπός!...
Γιατὶ δὲν εἶπα: «’Εδῶ ἡ ζωὴ ἀρχίζει, ἐδῶ τελειώνει…»
μὰ «Ἂν εἶν’ ἡ μέρα βροχερή, σέρνει πιὸ πλούσιο φῶς…
μὰ κι ὁ σεισμὸς βαθύτερη τὴ χτίση θεμελιώνει,
τὶ ὁ ζωντανὸς παλμὸς τῆς γῆς ποὺ πλάθει εἶναι κρυφὸς…»
νὰ πού, ὃ,τι στάθη ἐφήμερο, σὰ σύγνεφο ἀναλιώνει,
νὰ ποὺ κι ὁ μέγας Θάνατος μοῦ γίνηκε ἀδερφός!...
Άγγελος Σικελιανός
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)