η μάχη πια τέλειωσε...

Φαντάζομαι, αγαπητέ μου — άρχισε μ’ ένα σκεφτικό χαμόγελο — πώς η μάχη πια τέλειωσε κι ο αγώνας καταλάγιασε. Ύστερα απ' τις κατάρες, τις λάσπες και τα σφυρίγματα, έφτασε η νηνεμία κ’ οι άνθρωποι έμειναν μονάχοι, όπως το ήθελαν. Η μεγάλη αλλοτινή ιδέα τους παράτησε. Η μεγάλη πηγή της δύναμης, πού ίσαμε τώρα τους έθρεψε και τους θέρμανε, βασίλευε πια όπως κείνος ο μεγαλόπρεπος ήλιος στην εικόνα του Κλώντ Λοραίν, κι αυτό έμοιαζε σα νάταν η τελευταία μέρα της ανθρωπότητας. Κ’ οι άνθρωποι ξαφνικά κατάλαβαν, πως απόμειναν εντελώς μόνοι και μεμιάς αισθάνθηκαν μεγάλη ορφάνια. Αγαπημένο μου παιδί, εγώ ποτέ δε μπόρεσα να φανταστώ τους ανθρώπους αχάριστους και αποβλακωμένους. Οι απορφανισμένοι άνθρωποι αμέσως θα αρχινούσαν να σφίγγονται ο ένας κοντά στον άλλον πιο σφιχτά και πιο αγαπημένα. Θ’ αδράχνονταν απ' τα χέρια, νιώθοντας πως τώρα πια μόνοι αυτοί αποτελούν το πάν ο ένας για τον άλλον! Θα εξαφανιζόταν η μεγάλη ιδέα της αθανασίας και θα παρουσιαζόταν η ανάγκη της αντικατάστασης της κι όλο το τεράστιο ξεχείλισμα τής αλλοτινής λατρείας για Κείνον, πού ήταν, κιόλας, η Αθανασία, θα μεταβαλλόταν μέσα τους και θα στρεφόταν στη φύση, στον κόσμο, στους ανθρώπους, στο κάθε μόριο. Θ' αγαπούσαν τότε τη γη και τη ζωή ασυγκράτητα κι όσο περισσότερο θα κατανοούσαν πόσο οι ίδιοι ήταν περαστικοί και προσωρινοί, τόσο η αγάπη τους θα γινόταν αλλιώτικη, όχι όπως άλλοτε. Θ’ άρχιζαν να βρίσκουν και να ανακαλύπτουν στη φύση κάτι τέτοια φαινόμενα και μυστήρια, πού ούτε τα φαντάζονταν πρωτύτερα, γιατί τώρα θάβλεπαν τη φύση με μάτια καινούργια, με το βλέμμα του εραστή προς την ερωμένη του. Θα ξυπνούσαν και θάτρεχαν να φιληθούν, βιαζόμενοι ν’ αγαπήσουν, αναγνωρίζοντας, πώς οι μέρες είναι σύντομες, πώς αυτό που τους απομένει, είναι το παν γι αυτούς. Θα δούλευαν ο ένας για τον άλλον κι ο καθένας θα μοίραζε στους άλλους όλη του την περιουσία και μ’ αυτό και μόνο θάταν ευτυχισμένοι. Το κάθε παιδί θάξερε και θα αισθανόταν, πώς όλοι, κάθε γυναίκα και κάθε άντρας είναι γι αυτό μητέρα και πατέρας. «Αδιάφορο αν αύριο είναι η τελευταία μου ημέρα,— θα σκεφτόταν ο καθένας τους, κοιτάζοντας το ηλιοβασίλεμα,— μα κι αν εγώ πεθάνω, θα μείνουν όλοι οι άλλοι και μετά απ’ αυτούς τα παιδιά τους» κ’ η σκέψη αυτή, πώς οι άλλοι θάμεναν το ίδιο αγαπημένοι και τρέμοντας ο ένας για τον άλλο, θ' αντικαθιστούσε τη σκέψη για τη ζωή πέρα απ’ τον τάφο. Ώ, θα έσπευδαν ν’ αγαπήσουν για να σβήσουν τη μεγάλη θλίψη μέσα στις ψυχές τους. Θάταν περήφανοι και τολμηροί για τον εαυτό τους, μα θα γίνονταν δειλοί ο ένας για τον άλλον, κι ο καθένας θα έτρεμε για τη ζωή και την ευτυχία του καθενός. Θα γίνονταν τρυφεροί αναμεταξύ τους και δε θα ντρέπονταν γι αυτό, όπως τώρα, μα θα χάιδευε ό ένας τον άλλον, όπως τα παιδιά. Καθώς θ’ αντάμωναν θα κοιτάζονταν με βαθύ και συνειδητοποιημένο βλέμμα, και στα βλέμματα τους θα υπήρχε αγάπη και θλίψη... » Αγαπητέ μου, — σταμάτησε ξαφνικά χαμογελώντας — όλα αυτά είναι μια φαντασία, και μάλιστα η πιο απίθανη. Μα εγώ πολύ συχνά, έτσι ακριβώς την αναπαράστησα με το νου μου, γιατί σ' όλη μου τη ζωή δε μπόρεσα να ζήσω χωρίς αυτή και χωρίς να τη σκεφτώ. Δε μιλάω για την πίστη μου: η πίστη μου δεν είναι μεγάλη. Είμαι μόνο θεϊστής, φιλοσοφικός θεϊστής, όπως όλη η χιλιάδα μας. Έτσι υπολογίζω. Μα… μα το περίεργο είναι, πώς πάντα τέλειωνα την εικόνα μου με ένα όραμα όπως του Χάινε : «Ο Χριστός πάνω στη βαλτική θάλασσα». Δε μπορούσα να κάνω χωρίς Αυτόν, δε μπορούσα να μην τον φανταστώ στο τέλος ανάμεσα στους απορφανισμένους ανθρώπους. Ερχόταν κοντά τους, άπλωνε τα χέρια του κ’ έλεγε : «Πώς μπορέσατε να με ξεχάσετε;» Και τότε σα νάπεφτε ο πέπλος απ' όλα τα μάτια και ν' αντηχούσε ο επιβλητικός ύμνος της καινούργιας και τελευταίας ανάστασης…

Από τον έφηβο του Ντοστογιέφσκη, εκδόσεις Γκοβόστη, μετάφραση Κοραλία Μακρή

O Άσις και η Γαλάτεια



...Είδα ένα όνειρο εντελώς ανέλπιστο για μένα, γιατί ποτέ δεν είχα ξαναδεί παρόμοιο. Στη Δρέσδη, στην Πινακοθήκη, υπάρχει μια εικόνα του Κλώντ Λοραίν “O Άσις και η Γαλάτεια” πού πάντοτε την έλεγα «Ο χρυσός αιώνας», δεν ξέρω γιατί. Την είχα δει και πρωτύτερα, μα και τώρα, πριν από τρεις μέρες, περαστικός απ’ τη Δρέσδη, επισκέφτηκα την Πινακοθήκη και την είδα πάλι. Αυτή την εικόνα είδα στ’ όνειρό μου, μα όχι πια σαν εικόνα, παρά σαν κάποιο μύθο. Άλλωστε δεν ξέρω τι ακριβώς ονειρεύτηκα: είδα, όπως απαράλλαχτα ήταν στην εικόνα, μια γωνίτσα απ’ το Ελληνικό Αρχιπέλαγος και ταυτόχρονα σάμπως η εποχή να μεταφέρθηκε τρεις χιλιάδες χρόνια πίσω. Γαλάζια, χαρούμενα κυματάκια, νησιά και βράχια, ανθισμένα ακρογιάλια, μαγευτικά πανοράματα στο βάθος, ένας ήλιος, πού καθώς βασίλευε, ήταν σα να σε καλούσε κοντά του. Μ’ άλλα λόγια κάτι ασύλληπτο, κάτι πού δε λέγεται με λέξεις. Ήταν σα μια ανάμνηση της κοιτίδας της Ευρωπαϊκής ανθρωπότητας... Κ’ ή σκέψη αυτή γέμισε την ψυχή μου με κάποια συγγενική αγάπη. Εδώ βρισκόταν ο επίγειος παράδεισος της ανθρωπότητας: οι θεοί κατέβαιναν απ’ τους ουρανούς και συγγένευαν με τους ανθρώπους. Ώ, κει πέρα κατοικούσαν υπέροχοι άνθρωποι! Ξυπνούσαν κι αποκοιμόνταν ευτυχισμένοι και αγνοί κ’ οι πεδιάδες και τα άλση γέμιζαν από τα τραγούδια τους και τις χαρούμενες κραυγές τους. Κ' οι ξέχειλες ατόφιες δυνάμεις τους ξοδεύονταν στην αγάπη και στην αθώα χαρά. Ο ήλιος τους έλουζε με τη ζεστασιά και το φως του, καμαρώνοντας τα πανώρια του παιδιά... Θαυμάσιο όνειρο. Υψηλή πλάνη τής ανθρωπότητας! Ο Χρυσός Αιώνας—είναι ένα ονειροπόλημα από τα πιο απίθανα, μα πού γι αυτό οι άνθρωποι θυσίαζαν όλη τους τη ζωή κι όλες τους τις δυνάμεις και γι αυτό πέθαιναν και σκοτώνονταν οι προφήτες, πού χωρίς αυτό οι λαοί δε θέλουν να ζήσουν, μα κι ούτε να πεθάνουν μπορούν! Κι όλα αυτά τα συναισθήματα ήταν, σα να τα ζούσα στο όνειρο αυτό. Τους βράχους και τη θάλασσα και τις λοξές αχτίδες του ήλιου, πού βασίλευε — όλα αυτά, σα να εξακολουθούσα να τα βλέπω όταν ξύπνησα κι άνοιξα τα μάτια μου, πού ήταν βρεγμένα απ’ τα δάκρυα. Θυμάμαι, πώς ήμουν όλο χαρά. Το συναίσθημα κάποιας ευτυχίας, πού μου ήταν ακόμα άγνωστη, διαπέρασε την ψυχή μου σε βαθμό, πού να μου προξενήσει πόνο. Ήταν η παν-ανθρώπινη αγάπη, αυτό. Είχε πια βραδιάσει. "Απ' το παράθυρο, του μικρού μου δωματίου, μέσα απ’ την πρασινάδα των λουλουδιών, πού βρίσκονταν πάνω στο πεζούλι, περνούσε μια δέσμη απ’ τις λοξές αχτίδες του ήλιου και με πλημμύριζε φως. Και να, φίλε μου, να, -κείνο το ηλιοβασίλεμα της πρώτης μέρας της ευρωπαϊκής ανθρωπότητας, πού είδα στον ύπνο μου, μεταβλήθηκε για μένα αμέσως μόλις ξύπνησα στο ηλιοβασίλεμα της τελευταίας μέρας της ευρωπαϊκής ανθρωπότητας! Τότε ιδίως ήταν πού αντηχούσε πάν' απ' την Ευρώπη κάτι σαν επικήδειος ήχος καμπάνας. Δε μιλάω μονάχα για τον πόλεμο και τον Κεραμεικό. Και χωρίς αυτό ήξερα από καιρό, πώς όλα θα περνούσαν, όλη η μορφή του ευρωπαϊκού παλιού κόσμου -αργά ή γρήγορα. Μα σα Ρώσος ευρωπαίος δε μπορούσα να το παραδεχτώ. Τότε μόλις είχαν κάψει τον Κεραμεικό. Ω, μην ανησυχείς, το ξέρω, πώς ήταν “λογικό” αυτό, και καταλαβαίνω πολύ καλά όλο το αναπότρεπτο της τρέχουσας ιδέας, μα σα φορέας της ύψιστης ρωσικής εκπολιτιστικής ιδέας, δε μπορούσα να το παραδεχτώ, γιατί ή ύψιστη ρωσική Ιδέα είναι ο συμβιβασμός όλων των ιδεών. Και ποιος μέσα σ’ όλον τον κόσμο, θα μπορούσε τότε να νιώσει μια τέτοια ιδέα; Εγώ περιπλανιόμουν κατάμονος. Δε μιλάω προσωπικά για τον εαυτό μου. Για τη ρωσική σκέψη μιλάω. Κει πέρα υπήρχε μονάχα σύγκρουση και λογική. Κει πέρα ο Γάλλος ήταν μονάχα Γάλλος και τίποτε άλλο, κι ο Γερμανός, μονάχα Γερμανός και τίποτε άλλο, κι αυτό εντατικότερα από οποιαδήποτε άλλη στιγμή τής Ιστορίας τους. Γι αυτό και ποτέ οι Γάλλοι δεν έβλαψαν τόσο τη Γαλλία κ’ οι Γερμανοί τη Γερμανία τους, όσο κείνην ακριβώς την εποχή! Τότε σ’ όλη την Ευρώπη δεν υπήρχε ούτε ένας ευρωπαίος! Και μονάχα εγώ ανάμεσα σ’ όλους τους εμπρηστές, μπορούσα να τους πω καταπρόσωπο, πώς ο Κεραμεικός τους ήταν σφάλμα, και μονάχα εγώ ανάμεσα σ’ όλους τους συντηρητικούς -εκδικητές, μπορούσα να πω στους εκδικητές, πώς ο Κεραμεικός παρ' όλο πού ήταν έγκλημα, πάντως ήταν και «λογική». Κι αυτό, παιδί, μου, γιατί μονάχα εγώ, σα Ρώσος, ήμουν τότε στην Ευρώπη ο μοναδικός Ευρωπαίος...

Από τον έφηβο του Ντοστογιέφσκη, εκδόσεις Γκοβόστη, μετάφραση Κοραλία Μακρή

Σχόλιο για τον πίνακα: 
Ποια είναι η γυμνή φιγούρα δεξιά στο κέντρο της εικόνας; Μόνη της, δε συμμετέχει παρά από μακριά. Το ζευγάρι και τα παιδιά την αγνοούν. Ώ! είναι ο Γνώστης: Αυτός που γνωρίζει τη πλάνη της εικόνας: Γιατί βλέπει τον άντρα να φεύγει για να πολεμήσει τον αδελφό του. Τα παιδάκια να ψάχνουν στα σκουπίδια για να ξεγελάσουν τη πείνα τους. Τη γυναίκα να αναγκάζεται να πουλήσει το σώμα της! Πόσο αγαπά αυτή τη πλάνη! Την αγκαλιάζει για να τη κρατήσει στη καρδιά του!

Είναι σίγουρα ο Γνώστης! Αυτός που γνωρίζει τη παροδικότητα! Κι όμως, πόσο αγαπά αυτή τη στιγμή!

α...

α-λήθεια (λήθη)
α-φθονία (φθόνος)

I have a dream

Κάποτε θα βρούμε τα κότσια να δούμε ότι δεν υπάρχει κάποιος Θεός έξω από μας που τραβά το νταλκά για μας. Ότι εμείς είμαστε Αυτός. Και σαν μόνοι θ' αγαπήσουμε τη μοναξιά ο ένας του άλλου. Θ' αγαπήσουμε το χρόνο της λησμονιάς μας. Θα δούμε ότι είμαστε βροτοί όχι από αναγκαιότητα αλλά από επιλογή. Τότε η αγάπη, που θα φτάσει και στην κοινωνική οργάνωση, θα λειτουργεί ως εξής: Η ανταπόδοσή μας σε αυτό που προσφέρουμε θα είναι η δική μας χαρά.