Οψές αργά επέρνουνα απού τσ’ αυλές του Χάρου
κι εγροίκου τη Χαρόντισσα που μάλωνε το Χάρο:
“Χάροντα, δε σου τό ‘λεγα, Χάρε και δε σου το ‘πα,
όπου ’νιαι πέντε, πάρε δυό, κι όπου ’νιαι τρεις, τον ένα,
κι οπού ’ναι δυο καλοί αδερφοί, μην τσι ξεζευγαρώνεις
κι οπού ’ναι γείς κι αμοναχός, καθόλου μη σιμώνεις”