Ο Σικελιανός ισχυρίζεται ότι ο Αισχύλος πήρε άδεια από τους μύστες να αποκαλύψει μέρος του μυστηρίου:
40ὁρῶ δ᾽ ἐπ᾽ ὀμφαλῷ μὲν ἄνδρα θεομυσῆ
ἕδραν ἔχοντα προστρόπαιον, αἵματι
στάζοντα χεῖρας καὶ νεοσπαδὲς ξίφος
ἔχοντ᾽ ἐλαίας θ᾽ ὑψιγέννητον κλάδον,
λήνει μεγίστῳ σωφρόνως ἐστεμμένον,
45ἀργῆτι μαλλῷ· τῇδε γὰρ τρανῶς ἐρῶ.
πρόσθεν δὲ τἀνδρὸς τοῦδε θαυμαστὸς λόχος
εὕδει γυναικῶν ἐν θρόνοισιν ἥμενος.
οὔτοι γυναῖκας, ἀλλὰ Γοργόνας λέγω,
οὐδ᾽ αὖτε Γοργείοισιν εἰκάσω τύποις.
50εἶδόν ποτ᾽ ἤδη Φινέως γεγραμμένας
δεῖπνον φερούσας· ἄπτεροί γε μὴν ἰδεῖν
αὗται, μέλαιναι δ᾽, ἐς τὸ πᾶν βδελύκτροποι·
ῥέγκουσι δ᾽ οὐ πλατοῖσι φυσιάμασιν·
ἐκ δ᾽ ὀμμάτων λείβουσι δυσφιλῆ λίβα·
55καὶ κόσμος οὔτε πρὸς θεῶν ἀγάλματα
φέρειν δίκαιος οὔτ᾽ ἐς ἀνθρώπων στέγας.
τὸ φῦλον οὐκ ὄπωπα τῆσδ᾽ ὁμιλίας
οὐδ᾽ ἥτις αἶα τοῦτ᾽ ἐπεύχεται γένος
τρέφουσ᾽ ἀνατεὶ μὴ μεταστένειν πόνον.
καί νά, στον Ομφαλό μπροστά βλέπω έναν άντρα
πεσμένο ικέτη, μόλυσμα του αγίου του τόπου,
που αίμα τα χέρια του έσταζαν και το σπαθί του
γυμνό κρατούσε κι ένα ελιάς ψηλό κλωνάρι
σεμνά περιζωσμένο με μακριές ταινίες,
μ᾽ άσπρο μαλλί — για να το πω σωστά πώς ήταν.
Και μπρος στον άντρ᾽ αυτό —θάμα να δεις— κοιμάται
κοπάδι από γυναίκες, μα Γοργόνες λέω πως είναι·
μα ούτε και πάλι με Γοργόνες παρομοιάζω,
γιατί τις έχω κάπου ιδεί ζωγραφισμένες
50ν᾽ αρπάζουν του Φινέα το δείπνο· μ᾽ αυτές όμως
φτερά δεν έχουν, μαύρες και βδελύγματα είναι
κι έτσι αγκομαχητά ρουχνίζουν, που να φεύγεις·
τα μάτια τους σταζοβολούν αιμάτινο έμπυο
κι είναι η στολή τους να μην πλησιάζουν ούτε
σε αγάλματα θεών ούτε σε ανθρώπων στέγες.
Δε γνώρισα ποτέ της φάρας των τη φύτρα
κι ουδέ ποιά γη καυχάται να ᾽θρεψε το γένος
άβλαβ᾽ αυτό, χωρίς τον κόπο της να κλάψει.
ἆ ἆ, ἓ ἕ·
χρίει τίς αὖ με τὰν τάλαιναν οἶστρος;
εἴδωλον Ἄργου γηγενοῦς· † ἄλευ᾽, ἆ δᾶ· φοβοῦμαι,
τὸν μυριωπὸν εἰσορῶσα βούταν.
ὁ δὲ πορεύεται δόλιον ὄμμ᾽ ἔχων,
570ὃν οὐδὲ κατθανόντα γαῖα κεύθει.
ἀλλ᾽ ἐμὲ τὰν τάλαιναν
ἐξ ἐνέρων περῶν κυναγεῖ, πλανᾷ
τε νῆστιν ἀνὰ τὰν παραλίαν ψάμμον.
ὑπὸ δὲ κηρόπλαστος ὀτοβεῖ δόναξ [στρ. α]
575ἀχέτας ὑπνοδόταν νόμον·
ἰὼ ἰὼ πόποι, ποῖ μ᾽ ἄγουσι τηλέπλαγκτοι πλάναι;
Αχ! Αχ!
Πάλι την άθλια με κεντά ένας οίστρος…
νά το, του Άργου το φάντασμα του γίγαντα·
βόηθα θεέ!
τον βλέπω, νά, ο βοσκός με μύρια μάτια
πόρχεται και σκιαχτά τριγύρω του τηρά,
570που και νεκρό δεν τόνε κρύβει η γης,
μ᾽ απ᾽ τον κάτω κόσμο
βγαίνοντας σαλαγάει και με γυρνά
στην άμμο του γιαλού την άθλια νηστικιά.
Και το σουραύλι του βαριά σουρίζει ένα σκοπό
που σα νανούρισμα ύπνο φέρνει.
Αλίμονό μου αλί! πού πάλι με τραβούν
οι μακροπεριπλάνητοι παραδαρμοί;