Ευ-μονή
"Εν αρχή (και στο τέλειο-τέλος) ην το Παν, το Εν, η Μονάς (μοναξιά).
Ανέβηκε λοιπόν στη σκηνή για να παίξει οποιονδήποτε άλλο ρόλο εκτός από τον εαυτό του γιατί πως αλλιώς θα συνεχίσει ατελείωτα το έργο;
Έργο χωρίς αντίθετα υπάρχει; ζωή-θάνατος, θηλυκό-αρσενικό, κακό-καλό …
Ο Ιησούς είδε αυτή την Αλήθεια σαν βάρος. Από αγάπη θέλησε να το σηκώσει μόνος του: Θυσιάστηκε για να δείξει ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος και άφησε εντολή: «καθώς σας αγάπησα κι σεις να αγαπάτε αλλήλους».
Είναι όμως η Αλήθεια βάρος; Κάπου όχι, γιατί δε χρειάστηκαν παρά μόνο περίπου 1.800 κύκλοι της γης γύρω από τον ήλιο για να ακουστούν δυνατά φωνές ότι μπορούμε να τη μοιραστούμε. Κάπου ναι γιατί κάποιοι, όπως ο Φρειδερίκος που την είδε κατάματα μόνος του, συντρίφτηκαν.
Οι σύγχρονοι Άγιοι: Αναρχικοί και κομμουνιστές (ανάμεσά τους Γκάντι, Μ.Λ. Κινγκ) που έδωσαν τη ζωή τους για τη Θεωρία: Ούτε θεός, ούτε αφέντης. Το πως θα συνεχίσει το έργο πάνω σε τούτον τον πλανήτη εξαρτάται μόνο από Εμάς."
ΕΛΕΥΣΙΣ
Ο Σικελιανός ισχυρίζεται ότι ο Αισχύλος πήρε άδεια από τους μύστες να αποκαλύψει μέρος του μυστηρίου:
40ὁρῶ δ᾽ ἐπ᾽ ὀμφαλῷ μὲν ἄνδρα θεομυσῆ
ἕδραν ἔχοντα προστρόπαιον, αἵματι
στάζοντα χεῖρας καὶ νεοσπαδὲς ξίφος
ἔχοντ᾽ ἐλαίας θ᾽ ὑψιγέννητον κλάδον,
λήνει μεγίστῳ σωφρόνως ἐστεμμένον,
45ἀργῆτι μαλλῷ· τῇδε γὰρ τρανῶς ἐρῶ.
πρόσθεν δὲ τἀνδρὸς τοῦδε θαυμαστὸς λόχος
εὕδει γυναικῶν ἐν θρόνοισιν ἥμενος.
οὔτοι γυναῖκας, ἀλλὰ Γοργόνας λέγω,
οὐδ᾽ αὖτε Γοργείοισιν εἰκάσω τύποις.
50εἶδόν ποτ᾽ ἤδη Φινέως γεγραμμένας
δεῖπνον φερούσας· ἄπτεροί γε μὴν ἰδεῖν
αὗται, μέλαιναι δ᾽, ἐς τὸ πᾶν βδελύκτροποι·
ῥέγκουσι δ᾽ οὐ πλατοῖσι φυσιάμασιν·
ἐκ δ᾽ ὀμμάτων λείβουσι δυσφιλῆ λίβα·
55καὶ κόσμος οὔτε πρὸς θεῶν ἀγάλματα
φέρειν δίκαιος οὔτ᾽ ἐς ἀνθρώπων στέγας.
τὸ φῦλον οὐκ ὄπωπα τῆσδ᾽ ὁμιλίας
οὐδ᾽ ἥτις αἶα τοῦτ᾽ ἐπεύχεται γένος
τρέφουσ᾽ ἀνατεὶ μὴ μεταστένειν πόνον.
καί νά, στον Ομφαλό μπροστά βλέπω έναν άντρα
πεσμένο ικέτη, μόλυσμα του αγίου του τόπου,
που αίμα τα χέρια του έσταζαν και το σπαθί του
γυμνό κρατούσε κι ένα ελιάς ψηλό κλωνάρι
σεμνά περιζωσμένο με μακριές ταινίες,
μ᾽ άσπρο μαλλί — για να το πω σωστά πώς ήταν.
Και μπρος στον άντρ᾽ αυτό —θάμα να δεις— κοιμάται
κοπάδι από γυναίκες, μα Γοργόνες λέω πως είναι·
μα ούτε και πάλι με Γοργόνες παρομοιάζω,
γιατί τις έχω κάπου ιδεί ζωγραφισμένες
50ν᾽ αρπάζουν του Φινέα το δείπνο· μ᾽ αυτές όμως
φτερά δεν έχουν, μαύρες και βδελύγματα είναι
κι έτσι αγκομαχητά ρουχνίζουν, που να φεύγεις·
τα μάτια τους σταζοβολούν αιμάτινο έμπυο
κι είναι η στολή τους να μην πλησιάζουν ούτε
σε αγάλματα θεών ούτε σε ανθρώπων στέγες.
Δε γνώρισα ποτέ της φάρας των τη φύτρα
κι ουδέ ποιά γη καυχάται να ᾽θρεψε το γένος
άβλαβ᾽ αυτό, χωρίς τον κόπο της να κλάψει.
ἆ ἆ, ἓ ἕ·
χρίει τίς αὖ με τὰν τάλαιναν οἶστρος;
εἴδωλον Ἄργου γηγενοῦς· † ἄλευ᾽, ἆ δᾶ· φοβοῦμαι,
τὸν μυριωπὸν εἰσορῶσα βούταν.
ὁ δὲ πορεύεται δόλιον ὄμμ᾽ ἔχων,
570ὃν οὐδὲ κατθανόντα γαῖα κεύθει.
ἀλλ᾽ ἐμὲ τὰν τάλαιναν
ἐξ ἐνέρων περῶν κυναγεῖ, πλανᾷ
τε νῆστιν ἀνὰ τὰν παραλίαν ψάμμον.
ὑπὸ δὲ κηρόπλαστος ὀτοβεῖ δόναξ [στρ. α]
575ἀχέτας ὑπνοδόταν νόμον·
ἰὼ ἰὼ πόποι, ποῖ μ᾽ ἄγουσι τηλέπλαγκτοι πλάναι;
Αχ! Αχ!
Πάλι την άθλια με κεντά ένας οίστρος…
νά το, του Άργου το φάντασμα του γίγαντα·
βόηθα θεέ!
τον βλέπω, νά, ο βοσκός με μύρια μάτια
πόρχεται και σκιαχτά τριγύρω του τηρά,
570που και νεκρό δεν τόνε κρύβει η γης,
μ᾽ απ᾽ τον κάτω κόσμο
βγαίνοντας σαλαγάει και με γυρνά
στην άμμο του γιαλού την άθλια νηστικιά.
Και το σουραύλι του βαριά σουρίζει ένα σκοπό
που σα νανούρισμα ύπνο φέρνει.
Αλίμονό μου αλί! πού πάλι με τραβούν
οι μακροπεριπλάνητοι παραδαρμοί;
Oscar Wilde’s last words
Νέκυια
Τότε έτυχε να περνά ταξιδεύοντας ένας σοφός που αναζήτησε στο μοναστήρι καταφύγιο για τη νύχτα. Ο ηγούμενος τον υποδέχθηκε θερμά απολογούμενος που το μοναστήρι του δεν ήταν κατάλληλο καταφύγιο για έναν τέτοιο σοφό.
Ο σοφός δεν είχε που αλλού να πάει, έτσι έμεινε εκεί τη νύχτα. Το πρωί αποχαιρετώντας τον ηγούμενο, τον ευχαρίστησε για την φιλοξενία και πρόσθεσε ότι ήταν μεγάλη η τιμή του να κοιμηθεί κάτω από την ίδια στέγη με τον Βούδα.
Τον Βούδα; Ο ηγούμενος έμεινε άναυδος με αυτή την αποκάλυψη. Ο σοφός ήταν γνωστός για τη διορατικότητά του πέραν πάσης αμφιβολίας.
Ο σοφός κούνησε το κεφάλι του: ακριβώς, τον Βούδα.
Ποιος είναι; τον ρώτησε ο ηγούμενος. Δε μπορώ να σου πω γιατί ο Βούδας θέλει να είναι εδώ μεταμφιεσμένος. Η αποτυχία σας να τον αναγνωρίσετε είναι ο λόγος που είστε σε αυτή την άθλια κατάσταση.
Μόλις έφυγε ο σοφός ο ηγούμενος άρχισε να αναρωτιέται. Θα μπορούσε να είναι ο χοντρός και τεμπέλης Τζόε; Τι έξυπνη μεταμφίεση! Μήπως ήταν ο Μόε που προσποιείται τον εγωίσταρο; Ο κατάλογος των μοναχών μακρύς.
Το ίδιο βράδυ ανακοίνωσε στους μοναχούς τη ρήση του σοφού. Στην αρχή κοίταξαν ο ένας τον άλλο με καχυποψία, στη συνέχεια με ταπεινότητα: Ποιος θα μπορούσε να είναι;
Κι από τότε, χωρίς να γνωρίζουν σε ποιόν κρύβεται ο Βούδας, αντιμετώπιζαν ο ένας τον άλλο με τον βαθύτερο σεβασμό, αυτός ο σεβασμός του ενός στον άλλο έκανε ένα φως να λάμπει στα μάτια τους και πριν περάσει πολύς καιρός οι κήποι του Ζεν του μοναστηριού είχαν ανθίσει.
Have You Heard the Philosophy?
Φανταστικοί αριθμοί
Ο όρος πλάστηκε από τον Ρενέ Ντεκάρτ το 1637 στο έργο του "Η Γεωμετρία" (La Géométrie) και είχε κάπως υποτιμητική σημασία. Το τετράγωνο κάθε πραγματικού αριθμού, είναι πάντα ένας μη αρνητικός αριθμός.
Συνεπώς, αριθμοί με τις ιδιότητες των φανταστικών αριθμών θεωρούνταν εκείνη την εποχή ότι δεν μπορεί να "υπάρχουν" πραγματικά, όπως άλλωστε και το μηδέν και οι αρνητικοί αριθμοί θεωρήθηκαν κατά καιρούς από κάποιους ως πλασματικοί ή άχρηστοι.
Μπορεί κανείς να θεωρήσει τους φανταστικούς αριθμούς ως μια επέκταση του συνόλου των πραγματικών αριθμών και ως μια "μαθηματική αφαίρεση".
Παρά το παραπλανητικό τους όνομα, οι φανταστικοί αριθμοί είναι όχι μόνο υπαρκτοί αλλά και πολύ χρήσιμοι, με εφαρμογή στον ηλεκτρισμό, στην επεξεργασία σημάτων και σε πολλές άλλες εφαρμογές.
Η πολική μορφή των μιγαδικών αριθμών τους καθιστά ιδανικούς για την αναπαράσταση περιστρεφόμενων διανυσμάτων και φάσεων και συνεπώς χρησιμοποιούνται ευρύτατα στην ηλεκτρονική (για την αναπαράσταση εναλλασσόμενων ρευμάτων), στην κυματική και γενικά στη μελέτη των περιοδικών φαινομένων.
Πραγματικοί αριθμοί
Ρητός, κάθε α⁄β όπου α και β είναι ακέραιοι και β δεν είναι 0.
Παραδείγματα άρρητων αριθμών είναι το π ή το e και η τετραγωνική ρίζα του 2.
Οι άρρητοι αριθμοί είναι όλοι οι πραγματικοί αριθμοί οι οποίοι δεν είναι ρητοί.
Οι άρρητοι αριθμοί έχουν άπειρο αριθμό, μη επαναλαμβανόμενων περιοδικά, δεκαδικών ψηφίων.
Μία χαρακτηριστική ιδιότητα των άρρητων αριθμών είναι ότι το άθροισμα δύο άρρητων δίνουν συνήθως ως αποτέλεσμα έναν ρητό αριθμό.
Οι Πυθαγόρειοι δίδασκαν ότι οποιοσδήποτε φυσικός αριθμός μπορεί να εκφραστεί ως λόγος δυο άλλων φυσικών αριθμών και διέδιδαν πως με τη χρήση των αριθμών μπορούσαν να επιλύσουν όλα τα προβλήματα του πραγματικού κόσμου.
Η πρώτη ενδεχομένως κρίση στα Μαθηματικά εμφανίστηκε συνοδευόμενη από πολιτική κρίση όταν, σύμφωνα με την παράδοση, ο Ίππασος ο Μεταπόντιος (450 π.Χ.) αποκάλυψε τον άρρητο, γεγονός που φύλαγαν μυστικό οι Πυθαγόρειοι, και προκάλεσε την εξέγερση των λαών που τελούσαν υπό την εξουσία των Πυθαγορείων.
Αριθμοί
Ένας αριθμός είναι ένα μαθηματικό αντικείμενο που χρησιμοποιείται για υπολογισμό, κατάταξη στοιχείων και μέτρηση.
Στα μαθηματικά, ο ορισμός του αριθμού έχει επεκταθεί με την πάροδο των χρόνων να περιλαμβάνει τέτοιους αριθμούς όπως το 0 (το 0 δεν ήταν καν ένας αριθμός για τους αρχαίους Έλληνες) , αρνητικούς αριθμούς (δηλ. παράγει μηδέν όταν προστίθεται στον αντίστοιχο θετικό [<τίθημι] ακέραιο), ρητούς αριθμούς, άρρητους αριθμούς και μιγαδικούς αριθμούς.
Το τέλειο είναι εδώ και τώρα
Όπως τώρα έχουμε πλήρη συνείδηση ότι η γη είναι στρογγυλή και το τέλος της ήταν μια αυταπάτη, έτσι ακριβώς κάποτε θα συνειδητοποιήσουμε ότι ο -τουλάχιστον- τετραδιάστατος χωροχρόνος δεν έχει τέλος. Κι αν αφεθούμε να κάνουμε τον πλήρη κύκλο θα βρεθούμε πάλι στο ίδιο σημείο: Εδώ και Τώρα
William Blake Προφητικά
Χωρίς τον Ποιητικό ή Προφητικό χαρακτήρα, το Φιλοσοφικό και Πειραματικό γρήγορα θα έφτανε στη γνώση της αναλογικής σχέσης όλων των πραγμάτων και θά 'στεκε ακίνητο, ανίκανο να κάνει τίποτ' άλλο από το επαναλαμβάνει τον ίδιο ανιαρό κύκλο ξανά και ξανά.
Επομένως
Ο Θεός γίνεται όπως είμαστε εμείς, ώστε να μπορούμε εμείς να είμαστε όπως αυτός.
Εκδ. Χατζηνικολή, 1986
Τα τρία ερωτήματα
- Ποιός είναι ο πιο σημαντικός άνθρωπος στη ζωή σου;
- Ποιο είναι το πιο σημαντικό που μπορείς να κάνεις;
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΑΡΑ
τριάντα χρόνια αρματωλός, πενήντα χρόνια κλέφτης.
Θέλω ν’ αφήοω την κλεψιά, καλόγερος να γένω,
καλόγερος και γούμενος και ρασοτυλιμένος.
Δέκα χωριά νεχάλασα, τα ξαναφκειάνω πάλε,
δυο μοναστήρια χάλασα τα ξαναχτίζω πίσω.
Και σας χαρίζω τάρματα μαζί με την ευχή μου.
Να ρήνω και 'ς το θυμιατό μπαρούτι αντίς λιβάνι,
να μου θυμάη τον πόλεμο, τα περασμένα νιάτα,
σεις να χαλάτε την Τουρκιά, κ' εγώ να σας σχωράω.
[Ο Κώστας Ζαχαριάς, ο επιλεγόμενος Κωσταντάρας, ήτο γυναικάδελφος του αρματωλού Βρικόλακα, διεδέχθη δ' αυτόν εις το αρματωλίκι των Σαλόνων, της Δωρίδος και του Μαλανδρίνου κατά το 1740. Απέθανε φυσικόν θάνατον κατά το 1755.]
Νικολάου Πολίτη
"Ανθολογία Δημοτικού Τραγουδιού"
* Τουρκιά δεν είναι ο τούρκικος λαός, όπως μας λέει, και ο νοών νοείτω.
Σιδερένια δάκρυα
Κλάψε, όσο αυτό το εφήμερο σύννεφο θέλει...
κλάψε, όσο αυτή η μονότονη βροχή κρατά,
όσο το χώμα της καρδιάς σου διψά κι όσο η δειλή υπερηφάνεια δε θέλει!
Κλάψε σαν παντοδύναμος ουρανός σ' αυτή τη γη!
όσο θέλει το σύννεφο για να σβύσει
όσο χρειάζεται ο πόνος να πνιγεί, όσο χρειάζεται η χαρά για να βλαστήσει...
Λεωνίδας Πολυδεύκης
Άγγελος Σικελιανός: Λόγος σπερματικός
Και θ' αρχινούσε από το έρεβος κι από το χάος, θα ξετύλιγεν ολόκληρο το Μύθο των γεννήσεων, πολυπρόσωπος κι ενιαίος. Και θα να κρατούσε ο ίδιος, μέσα απ' το όργιο, το κρυμμένο μέτρο...
Άγγελος Σικελιανός: Λόγος σπερματικός
https://awqu.blogspot.gr/
Ήθελα να `μουν τσέλιγκας
Ήθελα να ’μουν τσέλιγκας, να ’μουν κι ένας σκουτέρης,
να πάω να ζήσω στο μαντρί, στην ερημιά, στα δάσα,
να ’χω κοπάδι πρόβατα, να ’χω κοπάδι γίδια,
κι ένα σωρό μαντρόσκυλα, να ’χω και βοσκοτόπια
το καλοκαίρι στα βουνά και τον χειμώ στους κάμπους.
Να `χω από πάλιουραν βορό και στρούγκα από ροδάμι,
να `χω και σε ψηλήν κορφή καλύβα από ρουπάκια,
να `χω με τα βοσκόπουλα σε κάθε σκάρον γλέντι,
να `χω φλογέρα να λαλώ, ν’ αντιλαλούν οι κάμποι,
να `χω και κόρην όμορφη στεφανωτή μου να `χω,
να μου βοηθάει στο σάλαγο, να μου βοηθάει στα γρέκια,
κι όντας θα τα σταλίζουμε τα δειλινά στους ίσκιους,
στης ρεματιάς τη χλωρασιά, μαζί της να πλαγιάζω,
να με κοιμίζει με φιλιά στους δροσερούς της κόρφους.
Μείνετε αληθινοί στη γη
Ο άνθρωπος μοιάζει...
... με κλάσμα όπου ο αριθμητής είναι ο πραγματικός εαυτός του και ο παρονομαστής η ιδέα που έχει για τον εαυτό του. Όσο μεγαλύτερος ο παρονομαστής, τόσο μικρότερη η αξία του κλάσματος. Και όσο ο παρανομαστής διογκώνεται προς το άπειρο, τόσο το κλάσμα τείνει προς το μηδέν.
Λέον Τολστόι
Ζεϊμπεκιές...
Στο κέντρο ένα μοναχικό ανδρικό σώμα. Τα πόδια, γειωμένα στη γη, στο έδαφος. Κινήσεις σχεδόν «κρυφές». Τα χέρια ανοιχτά σε διάσταση, όπως φτερά αετού, και το κεφάλι γερμένο μπροστά. Μια μίνι εικόνα ενός εσταυρωμένου… Οι κινήσεις μετρημένες, με υπαινικτική αναφορά.
Σχολείον εραστών
V'ingannai, ma fu l'inganno
Disinganno ai vostri amanti,
Che più saggi omai saranno,
Che faran quel ch'io vorrò.
(li unisce e li fa abbracciare)
Qua le destre, siete sposi,
Abbracciatevi e tacete,
Tutti quattro ora ridete,
Ch'io già risi e riderò.
Σας εξαπάτησα, αλλά η εξαπάτησή μου ήταν
Για να μην εξαπατηθείτε από τους εραστές σας,
Στο εξής αυτό θα είναι σοφό,
Αυτό να κάνετε που αγαπώ.
(Τους ενώνει και τους κάνει να αγκαλιαστούν)
Αυτό είναι το σωστό, παντρεμένα ζευγάρια,
Αγκαλιαστείτε και κρατηθείτε,
Και οι τέσσερις γελάστε τώρα,
Γελάστε με το γέλιο μου κι εσείς.
...
TUTTI
Fortunato l'uom che prende
Ogni cosa per buon verso
E tra i casi e le vicende
Da ragion guidar si fa.
Quel che suole altrui far piangere
Fia per lui cagion di riso
E del mondo in mezzo ai turbini
Bella calma troverà.
Τυχερός ο άνθρωπος που παίρνει
Όλα τα πράγματα απ’ τη καλή
Και σ’ όσα γίνονται
Ο Λόγος είναι ο οδηγός του.
Τι κι αν οι άλλοι σε κάνουν να κλάψεις
Η Σοφία γιατρεύει τη πληγή με το γέλιο
Τι κι αν ο κόσμος είναι στη μέση ανεμοστρόβιλου
Όμορφη θα βρεις κάλμα.
Fine
Δήλος
Then something happened which unleashed the power of our imagination
We learned to talk
All we need to do is make sure we keep talking
talk (v.) ultimately from the same source as tale, from PIE root *del-
properly, visible, conspicuous,
clear to the mind, manifest, evident,
Change
Alan Watts
Σώμα-Σώζομαι
Ενώ το μικρό ΕΓΩιστικό δια-βολ-άκι που έχουμε μέσα μας δεν είναι και τόσο σίγουρο και γι αυτό δια-στρέφει την α-λήθεια, αποκηρύσσει το σώμα σαν θνητό και καλεί αθάνατη τη ψυχή. Μια ψυχή, μάλιστα, αποκομμένη τελείως από το σώμα για να κρυφτεί από πίσω της πονηρά το ίδιο.
ή
Σώμα είναι η ορατή ψυχή, και ψυχή το αόρατο σώμα
trust me, it's not yet the end
Deborah Moggach
Μόνο η αλήθεια
Οι υπόλοιποι θα συνεχίσουν να σφάζονται μεταξύ τους δίχως να ξέρουν το γιατί...
ή
ὁ Ἡράκλειτός φησι τοῖς ἐγρηγορόσιν ἕνα καὶ κοινὸν κόσμον εἶναι τῶν δὲ κοιμωμένων ἕκαστον εἰς ἴδιον ἀποστρέφεσθαι
Βαριέμαι!
Ζούμε σε δέκα διαστάσεις, αλλά δεν το αντιλαμβανόμαστε
*βαρύτητα ονομάζεται η ιδιότητα των υλικών σωμάτων να έλκουν και να έλκονται αμοιβαία με άλλα υλικά σώματα
Θεραπεία
Ο Μόνος Θεός
Θάνατος
Το μόνο σίγουρο Θα...
ή
"The infinite is. He is there. If the infinite had no person, person would be without limit; it would not be infinite; in other words, it would not exist. There is, then, an I. That I of the infinite is God."
ή
"Si l'infini n'avait pas de moi, le moi serait sa borne ; Il ne serait pas infini ; en d'autres termes, il ne serait pas. Or il est. Donc il a un moi. Ce moi de l'infini, c'est Dieu."
Victor Hugo ; Les Misérables (1862)
η μάχη πια τέλειωσε...
Από τον έφηβο του Ντοστογιέφσκη, εκδόσεις Γκοβόστη, μετάφραση Κοραλία Μακρή
O Άσις και η Γαλάτεια
...Είδα ένα όνειρο εντελώς ανέλπιστο για μένα, γιατί ποτέ δεν είχα ξαναδεί παρόμοιο. Στη Δρέσδη, στην Πινακοθήκη, υπάρχει μια εικόνα του Κλώντ Λοραίν “O Άσις και η Γαλάτεια” πού πάντοτε την έλεγα «Ο χρυσός αιώνας», δεν ξέρω γιατί. Την είχα δει και πρωτύτερα, μα και τώρα, πριν από τρεις μέρες, περαστικός απ’ τη Δρέσδη, επισκέφτηκα την Πινακοθήκη και την είδα πάλι. Αυτή την εικόνα είδα στ’ όνειρό μου, μα όχι πια σαν εικόνα, παρά σαν κάποιο μύθο. Άλλωστε δεν ξέρω τι ακριβώς ονειρεύτηκα: είδα, όπως απαράλλαχτα ήταν στην εικόνα, μια γωνίτσα απ’ το Ελληνικό Αρχιπέλαγος και ταυτόχρονα σάμπως η εποχή να μεταφέρθηκε τρεις χιλιάδες χρόνια πίσω. Γαλάζια, χαρούμενα κυματάκια, νησιά και βράχια, ανθισμένα ακρογιάλια, μαγευτικά πανοράματα στο βάθος, ένας ήλιος, πού καθώς βασίλευε, ήταν σα να σε καλούσε κοντά του. Μ’ άλλα λόγια κάτι ασύλληπτο, κάτι πού δε λέγεται με λέξεις. Ήταν σα μια ανάμνηση της κοιτίδας της Ευρωπαϊκής ανθρωπότητας... Κ’ ή σκέψη αυτή γέμισε την ψυχή μου με κάποια συγγενική αγάπη. Εδώ βρισκόταν ο επίγειος παράδεισος της ανθρωπότητας: οι θεοί κατέβαιναν απ’ τους ουρανούς και συγγένευαν με τους ανθρώπους. Ώ, κει πέρα κατοικούσαν υπέροχοι άνθρωποι! Ξυπνούσαν κι αποκοιμόνταν ευτυχισμένοι και αγνοί κ’ οι πεδιάδες και τα άλση γέμιζαν από τα τραγούδια τους και τις χαρούμενες κραυγές τους. Κ' οι ξέχειλες ατόφιες δυνάμεις τους ξοδεύονταν στην αγάπη και στην αθώα χαρά. Ο ήλιος τους έλουζε με τη ζεστασιά και το φως του, καμαρώνοντας τα πανώρια του παιδιά... Θαυμάσιο όνειρο. Υψηλή πλάνη τής ανθρωπότητας! Ο Χρυσός Αιώνας—είναι ένα ονειροπόλημα από τα πιο απίθανα, μα πού γι αυτό οι άνθρωποι θυσίαζαν όλη τους τη ζωή κι όλες τους τις δυνάμεις και γι αυτό πέθαιναν και σκοτώνονταν οι προφήτες, πού χωρίς αυτό οι λαοί δε θέλουν να ζήσουν, μα κι ούτε να πεθάνουν μπορούν! Κι όλα αυτά τα συναισθήματα ήταν, σα να τα ζούσα στο όνειρο αυτό. Τους βράχους και τη θάλασσα και τις λοξές αχτίδες του ήλιου, πού βασίλευε — όλα αυτά, σα να εξακολουθούσα να τα βλέπω όταν ξύπνησα κι άνοιξα τα μάτια μου, πού ήταν βρεγμένα απ’ τα δάκρυα. Θυμάμαι, πώς ήμουν όλο χαρά. Το συναίσθημα κάποιας ευτυχίας, πού μου ήταν ακόμα άγνωστη, διαπέρασε την ψυχή μου σε βαθμό, πού να μου προξενήσει πόνο. Ήταν η παν-ανθρώπινη αγάπη, αυτό. Είχε πια βραδιάσει. "Απ' το παράθυρο, του μικρού μου δωματίου, μέσα απ’ την πρασινάδα των λουλουδιών, πού βρίσκονταν πάνω στο πεζούλι, περνούσε μια δέσμη απ’ τις λοξές αχτίδες του ήλιου και με πλημμύριζε φως. Και να, φίλε μου, να, -κείνο το ηλιοβασίλεμα της πρώτης μέρας της ευρωπαϊκής ανθρωπότητας, πού είδα στον ύπνο μου, μεταβλήθηκε για μένα αμέσως μόλις ξύπνησα στο ηλιοβασίλεμα της τελευταίας μέρας της ευρωπαϊκής ανθρωπότητας! Τότε ιδίως ήταν πού αντηχούσε πάν' απ' την Ευρώπη κάτι σαν επικήδειος ήχος καμπάνας. Δε μιλάω μονάχα για τον πόλεμο και τον Κεραμεικό. Και χωρίς αυτό ήξερα από καιρό, πώς όλα θα περνούσαν, όλη η μορφή του ευρωπαϊκού παλιού κόσμου -αργά ή γρήγορα. Μα σα Ρώσος ευρωπαίος δε μπορούσα να το παραδεχτώ. Τότε μόλις είχαν κάψει τον Κεραμεικό. Ω, μην ανησυχείς, το ξέρω, πώς ήταν “λογικό” αυτό, και καταλαβαίνω πολύ καλά όλο το αναπότρεπτο της τρέχουσας ιδέας, μα σα φορέας της ύψιστης ρωσικής εκπολιτιστικής ιδέας, δε μπορούσα να το παραδεχτώ, γιατί ή ύψιστη ρωσική Ιδέα είναι ο συμβιβασμός όλων των ιδεών. Και ποιος μέσα σ’ όλον τον κόσμο, θα μπορούσε τότε να νιώσει μια τέτοια ιδέα; Εγώ περιπλανιόμουν κατάμονος. Δε μιλάω προσωπικά για τον εαυτό μου. Για τη ρωσική σκέψη μιλάω. Κει πέρα υπήρχε μονάχα σύγκρουση και λογική. Κει πέρα ο Γάλλος ήταν μονάχα Γάλλος και τίποτε άλλο, κι ο Γερμανός, μονάχα Γερμανός και τίποτε άλλο, κι αυτό εντατικότερα από οποιαδήποτε άλλη στιγμή τής Ιστορίας τους. Γι αυτό και ποτέ οι Γάλλοι δεν έβλαψαν τόσο τη Γαλλία κ’ οι Γερμανοί τη Γερμανία τους, όσο κείνην ακριβώς την εποχή! Τότε σ’ όλη την Ευρώπη δεν υπήρχε ούτε ένας ευρωπαίος! Και μονάχα εγώ ανάμεσα σ’ όλους τους εμπρηστές, μπορούσα να τους πω καταπρόσωπο, πώς ο Κεραμεικός τους ήταν σφάλμα, και μονάχα εγώ ανάμεσα σ’ όλους τους συντηρητικούς -εκδικητές, μπορούσα να πω στους εκδικητές, πώς ο Κεραμεικός παρ' όλο πού ήταν έγκλημα, πάντως ήταν και «λογική». Κι αυτό, παιδί, μου, γιατί μονάχα εγώ, σα Ρώσος, ήμουν τότε στην Ευρώπη ο μοναδικός Ευρωπαίος...
Από τον έφηβο του Ντοστογιέφσκη, εκδόσεις Γκοβόστη, μετάφραση Κοραλία Μακρή
Είναι σίγουρα ο Γνώστης! Αυτός που γνωρίζει τη παροδικότητα! Κι όμως, πόσο αγαπά αυτή τη στιγμή!
I have a dream
ΑΓΑ(Ν)-Π(ΟΙ)Ω
ΑΓΑ(Ν)-Π(ΟΙ)Ω
Σημείωση: Δίνω μια δική μου ετυμολογία στο "άγαν" δηλαδή να προέρχεται από το α+ γαν (=γη) και επιπλέον ότι το "α" δεν είναι το στερητικό αλλά το αθροιστικό όπως στο α+δελφύς (=μήτρα) = αδελφός. Κατά τη γνώμη μου, με αυτή την ετυμολογία, το "Μηδέν άγαν" αποκτά μια βαθύτερη σημασία.
Εξ' ου και "άγιος"
Ο Δίας, που στην ονομαστική κάνει ο Ζευς, είναι ζεύξη πυρός - ύδατος, που λέει κι ο Ηράκλειτος. Στη γενική είναι του Διός. Είναι το δύο που κάνει αυτή τη θεότητα των πραγμάτων όλων. Είναι καταπληκτικό αν το σκεφτείς. Δύο άνθρωποι μπορεί να καταφέρουν τα πάντα.
Ποίηση
Αυτό που μου άρεσε από παιδί ήταν η ποίηση. Και για μένα τέχνη χωρίς ποίηση δεν γίνεται, είναι η τσαρίνα των τεχνών. Ο χορός μ’ αρέσει επίσης και μες στο σπίτι ακόμα κι όταν μαγειρεύω μ’ αρέσει να χορεύω.
Μαγειρική
Η μαγειρική είναι τέχνη, είναι η όγδοη τέχνη. Στη μαγειρική πρέπει να ‘σαι από πάνω για να μην καεί το φαγητό . Όπως και στο θέατρο. Δηλαδή να το ελέγχεις το πράγμα. Νομίζω ότι με πήγε η ζωή και την πήγα κι εγώ παρέα. Στη ζωή μου και σ’ εμένα μάς αρέσουν τα ίδια πράγματα. Δεν έχω μετανιώσει για κάτι που δεν έχω κάνει.
Πότε μικραίνει η ζωή
Ακούω καμιά φορά που γκρινιάζουν και λέω «κάτι χάνουν που γκρινιάζουν». Σου γκρινιάζει κι η ζωή έτσι. Άσε που τη μικραίνεις. Κι είναι και το πώς ασχολείσαι. Εγώ το βλέπω σε γυναίκες πώς ασχολούνται με τους άντρες, λένε «τι μου κάνει ο άντρας». Εγώ δεν το έχω πει ποτέ αυτό. Ο άνδρας με κάνει μοναδική κι εγώ τον κάνω μοναδικό.
Γενναιοδωρία
Διδάσκω στους ηθοποιούς να αγαπούν πολύ τον κόσμο, πάρα πολύ να τον αγαπάνε τον κόσμο και να θέλουν να του δωριστούν. Κι αυτό θα ξαναγυρίσει μέσα τους. Λέω ότι είναι μια προσφορά στο σύμπαν, γι’ αυτό να είσαι γενναιόδωρος, να ανοίγεσαι, να ανοίγεις κι αυτό να το ξαναβάζεις πάλι μέσα σου. Γιατί αν το δώσεις λίγο, λίγο το πιστέψεις και πεις σ’ αγαπώ, αυτό ξαναγυρίζει πιο μεγάλο μέσα σου. Αυτό που δίνεις το ξαναπαίρνεις. Αυτό παλεύω να μάθω εγώ στα παιδιά μου, να δίνονται γενναιόδωρα. Να μη φοβούνται να καούν, να χτυπήσουν, αυτό θα τους επιστραφεί.
Η σονάτα του Μότσαρτ
Ο Μότσαρτ είχε γράψει μία σονάτα όταν πέθανε η μαμά του, τόσο χαρούμενη. Και με ρώτησε ένα παιδί κάποια φορά «γιατί τόσο χαρούμενη;», «γιατί είναι μεγαλοφυής ο Μότσαρτ» του απάντησα. Το θάνατο τον αντιμετώπισε σαν οίστρο για τη ζωή… Όχι σαν κλαψούρα για να πάρει αγαπούλες επειδή πέθανε κάποιος. Γι’ αυτό αγαπώ τη Σαντορίνη γιατί εκεί εγκυμονεί ο θάνατος συνέχεια.
Αγαθός και παντοδύναμος
Σε μια παλιά πολύ ωραία μυθολογία που έχω του Στέφανου Κομητά, ο οποίος ήταν επιπλέον ένας Φιλικός -εις εκ των πέντε εφόρων της Φιλικής Εταιρείας- μία καταπληκτική μυθολογία, περιγράφεται ο Διόνυσος με το άρμα του να το σέρνουν τίγρεις. Και λέει: «Κυρίευσαν τον κόσμο αναιμωτί». Και περιγράφει τις γυναίκες που ήταν οι Βάκχες του και οι μαινάδες του επίσης σαν τίγρεις . Ο ηθοποιός καλείται να ‘ναι αγαθός και παντοδύναμος για να μπορεί να στέκεται. Αλλιώς (δεν) αφήνει την καλοσύνη του να την πάρει κάποιο κτήνος. Πρέπει να ‘σαι δυνατός.
Για την ακοή
Πάσχουμε, νομίζω, από έλλειψη ακοής. Γιατί μικροί κλείνουμε, για να μη μας μαλώσουν, κλείνουμε να μην ακούσουμε το κακό για μας, μην ακούσουμε τον μπαμπά να μιλάει άσχημα στη μαμά και μετά κλείνει το αφτί και μετά νομίζουμε ότι κι έξω δεν πρέπει να ακούσουμε. Το ‘χουμε πάρει αυτό σαν συνήθεια. Έρχεται λοιπόν ο ηθοποιός με κλεισμένα τα αφτιά. Και τώρα κοίτα να δεις η ελληνική γλώσσα η σοφή, η πάνσοφη. «Πους» το πόδι, μέσα λοιπόν έχει τη λέξη αφτί. «Ους» είναι το αφτί, που σημαίνει ότι πρέπει να ακούς από κάτω από τη γη. Ρους λέξη φοβερή, η ροή, έχει μέσα το αφτί, νους έχει μέσα το αφτί... Ο δάσκαλος θα πρέπει να ξέρει να ακούει για να κάνει και τα παιδιά να ξέρουν να ακούνε τον εαυτό τους.
Να γιορτάζουμε για το… λάθος
Τι προσπαθώ εγώ να πω στα παιδιά; Ότι κάθε φορά γεννάς κάτι. Πώς θα το γεννήσεις; Τι του λες; Πώς του μιλάς, με τι ήχο του μιλάς; Θα του πεις «τι έκανες λάθος;», θα του πεις «ξανά απ’ την αρχή για να γεννήσεις το μωρό του εαυτού σου». Εσύ θα το μεγαλώσεις τώρα το παιδί σου, λέω στους ηθοποιούς μου. Αλλά πώς θα το μεγαλώσεις; Ποιον ήχο θα βάλεις μέσα; Αν σου πω «χάλια το ‘κανες», θα σε τρομάξω. Για φαντάσου να κάνεις κι εσύ το ίδιο στον εαυτό σου, γιατί το ‘χουμε πάρει σαν μητρική γλώσσα και μιλάμε άσχημα στον εαυτό μας. Αυτό προσπαθώ να βγάλω εγώ στα παιδιά. Γιατί έρχονται σε μένα κλεισμένα. Από πού δεν ξέρω. Από φόβο ότι θα τα απορρίψεις μάλλον, το οποίο το κάνουν και μόνα τους στον εαυτό τους. «Κάνε το λάθος» τους λέω, δεν θα σε μαλώσει κανείς, εδώ είμαστε μόνοι μας. Όμως φοβούνται πολλά παιδιά. Θέλει λίγο λίγο να τσαλακωθούν. Όταν καταφέρνω να τους το πάρω είμαι ευτυχής. Να κάνουν λάθος για να πω «μπράβο μπράβο, λάθος λάθος». Πρέπει να γιορτάσουμε για το λάθος.
Φόβος
Θα ήθελα να μιλάω όλες τις γλώσσες, έτσι που ακόμα κι έναν κροκόδειλο που τον φοβάμαι, αν μιλάω τη γλώσσα του, να γίνουμε φίλοι. Δεν μ’ αρέσει το γεγονός ότι φοβάμαι τον κροκόδειλο. Δεν μ’ αρέσει που δε μ’ αρέσει η ύαινα. Είναι ένα κομμάτι μου αυτό που δεν μ’ αρέσει. Θα ήθελα να μιλάω όλες τις γλώσσες του κόσμου, για να μπορώ να επικοινωνώ με όλους και με όλα. Οπότε αν μιλάς τη γλώσσα του κροκόδειλου, δεν θα τον φοβάσαι. Δεν μιλάμε τη γλώσσα του και τον φοβόμαστε.
Ρατσισμός
Πιστεύω πως ρατσισμό έχουμε μέσα μας και για εμάς. Το άσχημό μου δεν το αποδέχομαι. Τον μαύρο μέσα μου δεν το αποδέχομαι. Επομένως όταν βλέπω τον ξένο τρομάζω.
Λόγος
Είναι σαν παιδί ο λόγος, αφήστε τον να παίξει, να βγει έξω, μην τον κρατάτε πίσω το λόγο, σαν ένα τιμωρημένο παιδί. Αισθάνεσαι ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη να φυλακίζει τον εαυτό του και τους άλλους. Οπότε αν εγώ φυλακίζω τον εαυτό μου, δεν θα φυλακίσω και μια γάτα; Δεν θα κοιτάξω να την παιδέψω;
Ατέλεια
Κανονικά θα ‘θελα πολύ να μπορώ να χαϊδέψω και μια ύαινα. Με στενοχωρεί που δεν αγαπάω την κατσαρίδα. Το βρίσκω ατέλειά μου
Βενετία Μοσχόβου, άνασσα ευχαριστημένη
Τι είναι ο Έρως;
Μήπως δεν φταίει καθόλου, μα καθόλου ο έρως – εξηκολούθησε να σκέπτεται μα αιμάσσουσαν καρδίαν η Υβόννη. Μήπως φταίει ο τρόπος με τον οποίον αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τον έρωτα, τόσον εις το ατομικόν, όσον και εις το κοινωνικόν επίπεδον; Μήπως, αν δεν έμπαινε στη μέση το λεγόμενον «αίσθημα» και η λεγομένη «ηθική», θα ημπορούσε τότε μόνον να είναι ο έρως τέλειος και απλός και εύκολος, επ’ άπειρον πανήδονος και απολύτως παντοδύναμος – όλο χαρά (μόνο χαρά), όλο γλύκα (μόνο γλύκα), χωρίς απαγορεύσεις, στερήσεις, πικρίες, διάφορα «μούπες-σούπα» και άλλα αηδή και ακατανόητα, όπως η αποκλειστικότης, η εντός του γάμου αγνότης και όλη η σχετική με αυτόν απέραντη όσον και μάταια ηθικολογία και φιλολογία;
Με τας τελευταίας σκέψεις, η Υβόννη έπαυσε να κλαίη. Της εφάνη ωσάν να είχε λάμψει αιφνιδίως εις το σκότος ένα φως λαμπρόν, μια δέσμη φωτεινή μεγάλου φάρου τηλαυγούς.
{…}
Η Υβόννη εσταμάτησε και ύψωσε το βλέμμα της προς το στερέωμα.
Ω, πόσον ωραία ήτο αυτή η εαρινή νυξ, πόσον λαμπροί ήσαν οι αστέρες, πόσον ακαταμέτρητον ήτο το ύψος του ουρανού! Οποία μεγαλοπρέπεια! Οποία μεγαλωσύνη! Τί ήτο αυτό το απροσμέτρητον; Ένα μαγάλο χάος, ή μία σοφή διάρθρωσις στοιχείων ασυλλήπτων από την διάνοιαν του ανθρώπου, έργον ενός εξουσιάζοντος και διευθύνοντος τα πάντα παντοδυνάμου νου; Ήσαν τα πάντα τυχαία, ή ωφείλοντο εις μίαν θέλησιν και μίαν λογικήν τελείως υπεράνθρωπον, εις μίαν ικανότητα ίλιγγον επιφέρουσαν, της οποίας τα έργα κατέληγαν εις μίαν θεσπέσιαν αρμονίαν; Μήπως οι απέραντοι κόσμοι που την απετέλουν ήσαν το έργον όχι του Θεού, που η εκκλησία θέλει να μας επιβάλη, αλλά ενός Θεού τελείως διαφορετικού, ενός Θεού αλήθεια παντοκράτορος, ενός Θεού αλήθεια παντοδύναμου, που υπήρχε μέσα στα ίδια τα έργα του και σε όλα τα κτίσματά του, αποτελούντος ένα με αυτά, και υπάρχοντος παντού αλλ’ αοράτου, όπως είναι υπαρκτή μα αόρατος η ενέργεια, όπως είναι υπαρκτόν μα αόρατον το πνεύμα, όπως είναι είναι υπαρκτόν αλλά μη ορατόν εις τους πολλούς το Μέγα Φως το Άκτιστον, το Μέγα Φως το Άπιαστον, το εν μεγαλείω και δόξη καταυγάζον, το εις τους αιώνας άπιαστον, μα εκθαμβωτικά εις τους αιώνας των αιώνων ορατόν, μόνο εις όσους ευλογήθηκαν με την υψίστην Χάριν το Φως αυτό να ιδούν; Μήπως άπαντα ταύτα ήσαν ο Θεός, ο μόνος αληθινός – τουτέστιν μια παμμέγιστη, μια υπερτάτη δύναμις ή ενέργεια «λελογισμένη» και παντάνασσα, και επί της Γης και εν Υψίστοις; Αλήθεια, μήπως αυτά ήσαν ο Θεός, και όχι εκείνος ο ηθικολόγος τύραννος και τιμωρός κριτής – τουτέστιν ένας μεγάλος Άρχων φωτεινός, αυτόφωτος, τελείως άσχετος με τας εννοίας του Καλού και του Κακού; Μήπως εν τη ουσία των πραγμάτων δεν υπήρχε καμμία ηθική, ούτε ανάγκη ηθικής, για να διαρθρωθή και να υπάρξη ο Κόσμος; Μήπως, μα τον Θεόν, ο μόνος Θεός ήτο ένας τεράστιος και παντοδύναμος Ψώλων, και, ουσιαστικώς, υπήρχαν μόνον ηδοναί, δια του πανισχύρου Πέους του και του υπερπλουσίου Σπέρματός του χορηγούμεναι; Και μήπως αι ηδοναί αυταί, τουτέστιν αι ερωτικαί, ήσαν αι πράξεις εκείναι, που επλησίαζαν ασυγκρίτως περισσότερον απ’ οτιδήποτε άλλο τους ανθρώπους προς τον Μεγαλοψώλονα Θεόν, τον απόλυτον Πλάστην και Κτήτορα του Κόσμου, τον απόλυτον Κύριον των Δυνάμεων, τον απόλυτο Άρχοντα των Ουρανών και της μικράς μας Γης;
Η Υβόννη ησθάνθη προς στιγμήν ίλιγγον. Δια πρώτην φοράν εις τη ζωήν της εξέρχετο από τα όρια του συμβατικού, από τα όρια του θεμιτού. Όλως αιφνιδίως αντιμετώπιζε τώρα θέματα και έννοιας, αιτήματα και προβλήματα, που ουδέποτε μέχρι τούδε είχε σκεφθεί. Πόσον μακράν ευρίσκετο από την πεπατημένην, την μικροαστικήν αθλιότητα και νοοτροπίαν! Πόσον μακράν ευρίσκετο από την δικτατορικήν εξουσίαν του Παπισμού, της Εκκλησίας, του Καθολικού Χριστιανισμού! {…}
Ο ίλιγγος της Υβόννης ήτο στιγμιαίος. Νέαι σκέψεις, σαν έφηβοι και νεάνιδες αφεθέντες ελεύθεροι από κρατητήρια κοσμητόρων και αστυνομιών, συνέρρεαν με ορμήν και σφρίγος εις τους χλοερούς λειμώνας και τα τερπνά άλση του ελευθέρου λογισμού, της απολύτου ελευθερίας, επάνω από τα οποία έλαμπε, ως μέγας αδάμας ΚΟ-Ι-ΝΟΡ, ο ήλιος της Αλήθειας.
Ο στιγμιαίος ίλιγγος παρήλθε τελείως. Ήτο λοιπόν ωραία η ζωή, πλήρης ηδονών, υπό τον όρον να ξεύρη κανείς να την ζη και να ημπορή να υπερπηδά ή να καταρρίπτη τα ευρισκόμενα ή τιθέμενα εμπόδια και παγίδες.
Η Υβόννη ανέπνευσε βαθιά την θαλασσίαν αύραν και εκοίταζε τον ουρανόν ως εν εκστάσει. Λέξεις που είχε μάθει να αποστηθίζη μάλλον παρά να εννοή εις το σχολείον, επανήρχοντο εις τον νουν της. Ποιος ήτο ο Σείριος, ο Ωρίον; Ποιος ο Βέγας; Ποιος ο Ζεύς; Ποια η Αφροδίτη; Τί ήτο ο μέγας επουράνιος ποταμός, ο Γαλαξίας; Τί ήτο η μέδουσα, ο Ιππόκαμπος, ο Αστερίας; Τί ήσαν τα μαλάκια και σπονδυλωτοί ιχθύες; Τί ήτο ο Βροντόσαυρος, το Δεινοθήριον, η Φάλαινα, τα Μαμούθ, ο Ελέφας; Τί ήτο η ώσις εκείνη που εξεκίνησε από τους πυθμένας των ωκεανών εις την αυγήν της προανθρώπινης ιστορίας και έφθανε πέραν από τας αυχμηρότητας και τους κοχλασμούς της Γης, τους κατακλυσμούς και τα πλημμύρας, τας συρρικνώσεις και τους παγετούς, εις λόχμας και δάση σκιερά και εις ποταμοβρέκτους πεδιάδας, εις γεννήματα και οπώρας {…}, ναι, ω ναι, εις οπώρας και εις καρπούς ποικίλους, που επέτρεπαν την έλευσιν άλλων ειδών και άλλων πλασμάτων…
Και η Υβόννη, εν εξάρσει, εξηκολούθησε να σκέπτεται.
Τί ήτο αυτό που εσύρετο, όταν εγκατέλειψε τα υγρά ανήλια βάθη, τι ήτο αυτό που εσύρετο, αρχικώς, εις γυμνάς θειούχους εκτάσεις, και που ωρθώθη επί τεσσάρων και εν τέλει επί δύο ποδών, και, καθώς είδε ότι είχε αποκτήσει χέρια, ήρχισε να συλλέγη τους καρπούς και τα οπώρας και να κατασκευάζη εργαλεία και όπλα; Τί ήτο αυτό που ούρλιαζε, εσφύριζε ή εβρυχάτο, εις πυκνούς δρυμούς και εις ατμώδη έλη, και έπειτα έγινε αίσθημα, οίστρος, ποιητής, ταγός και λόγος; Τί ήτο αυτό που από βαρέως τριχωτόν και φοβερόν την θέαν ποδοτετράχειρον, έγινε πίθηκος ορθούμενος και κατόπιν άνθρωπος δίπους όρθιος, άνθρωπος «σάπιενς», άνθρωπος με αισθήσεις συνειδητάς, σκέψιν και γνώσεις, τουτέστιν μάστορης, κτίστης και πολεμιστής, και, εν τέλει, άρχων της Γης αναμφισβήτητος, εξουσιάζων απολύτως επί των αλόγων αδελφών πλασμάτων; Τί ήσαν αυταί αι αλλαγαί και εξελίξεις; Τί ήσαν αι μετουσιώσεις; Τί ήτο, αλήθεια, ο Σείριος, ο Ωρίων; Τί ήσαν οι προφήται; Τί ήσαν ο Μωϋσής, ο Ιεζεκιήλ, ο Ησαϊας; Τί ήτο ο Ιησούς Χριστός; Τί ήτο ο Σατανάς; Τί ήτο, εν τέλει, ο άνθρωπος; Τέκνον της ύλης ή του πνεύματος; Ή μήπως ήτο βλαστός ενός αδιαιρέτου αμαλγάματος των δύο, μιας ενότητος αδιαχωρίστου θείας;
Αν είχαν τα πάντα αφετηρίαν, θα έλεγε κανείς ότι τέρμα δεν είχαν. Τίποτε δεν ήτο προδιαεγραμμένον. Ουσιαστικώς αδράνεια δεν υπήρχε, τα πάντα έρρεαν, άλλαζαν ή μετουσιώνοντο – οι κόσμοι και οι άνθρωποι. Ίσως όλα αυτά μαζύ, ίσως το άθροισμα όλων αυτών, ίσως το ατελεύτητον Σύμπαν να είναι ο Θεός, ο παντοκράτορ Άρχων. Ναι, ναι, τα πάντα έρρεαν, άλλαζαν, ή μετουσιώνοντο επ’ άπειρον, εσαεί…
Αναπνέουσα βαθειά, η Υβόννη εκοίταζε ακόμη τον ουρανόν. Αίφνης μία άλλη σκέψις, εις αδιάπτωτον αλληλουχίαν με τας προηγουμένας ερχόμενη, έλαμψε εις τον νουν της. Ήτο μία σκέψις γοργή, θερμή, σαν αίμα σφύζοντος νεανικού οργανισμού… Μήπως αν ήλλασσε πεποιθήσεις και ιδίως την συμπεριφοράν της εις την ζωήν ως προς τον έρωτα, εις τον οποίον έως σήμερον υπήρξε τόσον πολύ ελλειμματίας, θα ήρχιζε δι΄ αυτήν νέα ζωή, μία ζωή πανήδονη, γλυκύτατη – η μόνη ορθή, αληθινή και φυσική. Αλήθεια, μήπως τούτο ήτο δυνατόν;
Ακόμη ολίγα δευτερόλεπτα εκοίταξε τον ουρανόν ως εν εκστάσει η Υβόννη, γοητευμένη, μαγευμένη και αναπνεόυσα βαθειά την θαλασσίαν αύραν… Ω, ναι, αυτό που εσκέφθη ήτο απολύτως δυνατόν. Αλλέως, δεν θα έλαμπαν με αυτόν τον τρόπο τα άστρα· αλλέως δεν θα περιεστρέφοντο τόσον θριαμβευτικά και με τόσην ευρυθμίαν οι τρόχοι του «Μεγάλου Ανατολικού»· αλλέως δεν θα εσκόρπιζε τόσον θωπευτικά, τόσον ηδονικά, κατά διαστήματα, εις το πρόσωπόν της, το υγρόν ψιμύθιν του θαλασίου αφρού, η απαλή πνοή του ανέμου… Ω, ναι, αυτό που εσκέφθη, ήτο δυνατόν να γίνη, και η αλλαγή αυτή, που έπρεπε να αρχίση αμέσως, θα ήτο ο λυτρωμός της.»
http://www.vrahokipos.net/
ὁ Μέγας Πᾶν δὲν πέθανε
κάθε ζωῆς, εἰκόνα
τοῦ ὡραίου ὑπερτέλεια
καὶ τοῦ Ἀπείρου κορῶνα.
Πρὶν ἀρχίσουν τὸ διάβα τους
τῶν θεῶν οἱ λεγεῶνες,
πρῶτο θεὸ σὲ ἀγνάντεψαν
καὶ μοναχὸν οἱ αἰῶνες.
Καὶ πάλι θεὸς ὕστατος
σὲ νεκρικὴ λαμπάδα
τοῦ τελευταίου θρησκεύματος
θὰ φέξης τὴν κρυάδα.
Ἡ γῆ μας γῆ ἄφθαρτων
ἀερικῶν καὶ εἰδώλων,
πασίχαρος καὶ ὑπέρτατος
θεός μας εἶν᾿ ὁ Ἀπόλλων.
Στὰ ἐντάφια λευκὰ σάβανα
γυρτὸς ὁ Ἐσταυρωμένος
εἶν᾿ ὁλόμορφος Ἀδωνις
ροδοπεριχυμένος.
Ἡ ἀρχαία ψυχὴ ζῆ μέσα μας
ἀθέλητα κρυμμένη,
ὁ Μέγας Πᾶν δὲν πέθανεν,
ὄχι, ὁ Πᾶν δὲν πεθαίνει!
Κωστής Παλαμάς
Σκοπός της ζωής μας...
Ὑπάρχουν ἀπειράκις ὡραιότερα πράγματα καὶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἀγαλματώδη παρουσία τοῦ περασμένου ἔπους.
Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ ἀγάπη.
Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ ἀτελεύτητη μᾶζα μας.
Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ λυσιτελὴς παραδοχὴ τῆς ζωῆς μας καὶ τῆς κάθε μας εὐχῆς ἐν παντὶ τόπῳ εἰς πᾶσαν στιγμὴν εἰς κάθε ἔνθερμον ἀναμόχλευσιν τῶν ὑπαρχόντων.
Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι τὸ σεσημασμένον δέρας τῆς ὑπάρξεώς μας.
Τριαντάφυλλα στο Παράθυρο
Γιατί βαθιά μου δόξασα
καὶ στὴ φυγὴ δὲν ἅπλωσα τὰ μυστικὰ φτερὰ μου,
μὰ ὁλάκερον ἐρίζωσα τὸ νοῦ μου στὴ σιγή,
νὰ ποὺ καὶ πάλι ἀναπηδᾶ στὴ δίψα μου ἡ πηγή,
πηγὴ ζωῆς, χορευτικὴ πηγή, πηγὴ χαρὰ μου…
Γιατὶ ποτὲ δὲ λόγιασα τὸ πότε καὶ τὸ πῶς,
μὰ ἐβύθισα τὴ σκέψη μου μέσα στὴν πᾶσαν ὥρα,
σὰ μέσα της νὰ κρύβονταν ὁ ἀμέτρητος σκοπός,
νὰ τώρα πού, ἢ καλοκαιριὰ τριγύρα μου εἴτε μπόρα,
λάμπ’ ἡ στιγμὴ ὁλοστρόγγυλη στὸ νοῦ μου σὰν ὀπώρα,
βρέχει ἀπ’ τὰ βάθη τ’ οὐρανοῦ καὶ μέσα μου ὁ καρπός!...
Γιατὶ δὲν εἶπα: «’Εδῶ ἡ ζωὴ ἀρχίζει, ἐδῶ τελειώνει…»
μὰ «Ἂν εἶν’ ἡ μέρα βροχερή, σέρνει πιὸ πλούσιο φῶς…
μὰ κι ὁ σεισμὸς βαθύτερη τὴ χτίση θεμελιώνει,
τὶ ὁ ζωντανὸς παλμὸς τῆς γῆς ποὺ πλάθει εἶναι κρυφὸς…»
νὰ πού, ὃ,τι στάθη ἐφήμερο, σὰ σύγνεφο ἀναλιώνει,
νὰ ποὺ κι ὁ μέγας Θάνατος μοῦ γίνηκε ἀδερφός!...
Άγγελος Σικελιανός
Ευ-αγγελία
Σκοπός: Μεγαλύτερη ανάπτυξη όλου του σώματος, όχι μόνο του εγκεφάλου.

