"Εν αρχή (και στο τέλειο-τέλος) ην το Παν, το Εν, η Μονάς (μοναξιά).

Ανέβηκε λοιπόν στη σκηνή για να παίξει οποιονδήποτε άλλο ρόλο εκτός από τον εαυτό του γιατί πως αλλιώς θα συνεχίσει ατελείωτα το έργο;

Έργο χωρίς αντίθετα υπάρχει; ζωή-θάνατος, θηλυκό-αρσενικό, κακό-καλό …

Ο Ιησούς είδε αυτή την Αλήθεια σαν βάρος. Από αγάπη θέλησε να το σηκώσει μόνος του: Θυσιάστηκε για να δείξει ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος και άφησε εντολή: «καθώς σας αγάπησα κι σεις να αγαπάτε αλλήλους».

Είναι όμως η Αλήθεια βάρος; Κάπου όχι, γιατί δε χρειάστηκαν παρά μόνο περίπου 1.800 κύκλοι της γης γύρω από τον ήλιο για να ακουστούν δυνατά φωνές ότι μπορούμε να τη μοιραστούμε. Κάπου ναι γιατί κάποιοι, όπως ο Φρειδερίκος που την είδε κατάματα μόνος του, συντρίφτηκαν.

Οι σύγχρονοι Άγιοι: Αναρχικοί και κομμουνιστές (ανάμεσά τους Γκάντι, Μ.Λ. Κινγκ) που έδωσαν τη ζωή τους για τη Θεωρία: Ούτε θεός, ούτε αφέντης. Το πως θα συνεχίσει το έργο πάνω σε τούτον τον πλανήτη εξαρτάται μόνο από Εμάς."

 Παν, μέτρον άριστον 

ΕΛΕΥΣΙΣ

Ο Σικελιανός ισχυρίζεται ότι ο Αισχύλος πήρε άδεια από τους μύστες να αποκαλύψει μέρος του μυστηρίου:

40ὁρῶ δ᾽ ἐπ᾽ ὀμφαλῷ μὲν ἄνδρα θεομυσῆ

ἕδραν ἔχοντα προστρόπαιον, αἵματι

στάζοντα χεῖρας καὶ νεοσπαδὲς ξίφος

ἔχοντ᾽ ἐλαίας θ᾽ ὑψιγέννητον κλάδον,

λήνει μεγίστῳ σωφρόνως ἐστεμμένον,

45ἀργῆτι μαλλῷ· τῇδε γὰρ τρανῶς ἐρῶ.

πρόσθεν δὲ τἀνδρὸς τοῦδε θαυμαστὸς λόχος

εὕδει γυναικῶν ἐν θρόνοισιν ἥμενος.

οὔτοι γυναῖκας, ἀλλὰ Γοργόνας λέγω,

οὐδ᾽ αὖτε Γοργείοισιν εἰκάσω τύποις.

50εἶδόν ποτ᾽ ἤδη Φινέως γεγραμμένας

δεῖπνον φερούσας· ἄπτεροί γε μὴν ἰδεῖν

αὗται, μέλαιναι δ᾽, ἐς τὸ πᾶν βδελύκτροποι·

ῥέγκουσι δ᾽ οὐ πλατοῖσι φυσιάμασιν·

ἐκ δ᾽ ὀμμάτων λείβουσι δυσφιλῆ λίβα·

55καὶ κόσμος οὔτε πρὸς θεῶν ἀγάλματα

φέρειν δίκαιος οὔτ᾽ ἐς ἀνθρώπων στέγας.

τὸ φῦλον οὐκ ὄπωπα τῆσδ᾽ ὁμιλίας

οὐδ᾽ ἥτις αἶα τοῦτ᾽ ἐπεύχεται γένος

τρέφουσ᾽ ἀνατεὶ μὴ μεταστένειν πόνον.


καί νά, στον Ομφαλό μπροστά βλέπω έναν άντρα

πεσμένο ικέτη, μόλυσμα του αγίου του τόπου,

που αίμα τα χέρια του έσταζαν και το σπαθί του

γυμνό κρατούσε κι ένα ελιάς ψηλό κλωνάρι

σεμνά περιζωσμένο με μακριές ταινίες,

μ᾽ άσπρο μαλλί — για να το πω σωστά πώς ήταν.

Και μπρος στον άντρ᾽ αυτό —θάμα να δεις— κοιμάται

κοπάδι από γυναίκες, μα Γοργόνες λέω πως είναι·

μα ούτε και πάλι με Γοργόνες παρομοιάζω,

γιατί τις έχω κάπου ιδεί ζωγραφισμένες

50ν᾽ αρπάζουν του Φινέα το δείπνο· μ᾽ αυτές όμως

φτερά δεν έχουν, μαύρες και βδελύγματα είναι

κι έτσι αγκομαχητά ρουχνίζουν, που να φεύγεις·

τα μάτια τους σταζοβολούν αιμάτινο έμπυο

κι είναι η στολή τους να μην πλησιάζουν ούτε

σε αγάλματα θεών ούτε σε ανθρώπων στέγες.

Δε γνώρισα ποτέ της φάρας των τη φύτρα

κι ουδέ ποιά γη καυχάται να ᾽θρεψε το γένος

άβλαβ᾽ αυτό, χωρίς τον κόπο της να κλάψει.


ἆ ἆ, ἓ ἕ·

χρίει τίς αὖ με τὰν τάλαιναν οἶστρος;

εἴδωλον Ἄργου γηγενοῦς· † ἄλευ᾽, ἆ δᾶ· φοβοῦμαι,

τὸν μυριωπὸν εἰσορῶσα βούταν.

ὁ δὲ πορεύεται δόλιον ὄμμ᾽ ἔχων,

570ὃν οὐδὲ κατθανόντα γαῖα κεύθει.

ἀλλ᾽ ἐμὲ τὰν τάλαιναν

ἐξ ἐνέρων περῶν κυναγεῖ, πλανᾷ

τε νῆστιν ἀνὰ τὰν παραλίαν ψάμμον.


ὑπὸ δὲ κηρόπλαστος ὀτοβεῖ δόναξ [στρ. α]

575ἀχέτας ὑπνοδόταν νόμον·

ἰὼ ἰὼ πόποι, ποῖ μ᾽ ἄγουσι τηλέπλαγκτοι πλάναι;


Αχ! Αχ!

Πάλι την άθλια με κεντά ένας οίστρος…

νά το, του Άργου το φάντασμα του γίγαντα·

βόηθα θεέ!

τον βλέπω, νά, ο βοσκός με μύρια μάτια

πόρχεται και σκιαχτά τριγύρω του τηρά,

570που και νεκρό δεν τόνε κρύβει η γης,

μ᾽ απ᾽ τον κάτω κόσμο

βγαίνοντας σαλαγάει και με γυρνά

στην άμμο του γιαλού την άθλια νηστικιά.


Και το σουραύλι του βαριά σουρίζει ένα σκοπό

που σα νανούρισμα ύπνο φέρνει.

Αλίμονό μου αλί! πού πάλι με τραβούν

οι μακροπεριπλάνητοι παραδαρμοί;



Oscar Wilde’s last words

This wallpaper and I are fighting a duel to the death. Either it goes or I do.

Ετούτη η ταπετσαρία και εγώ έχουμε μια μονομαχία μέχρι θανάτου. Ή αυτή θα φύγει ή εγώ.
Ο μοναχός ο άνθρωπος αλήθεια δεν γεννάει.
Δυό θέλει: ο ένας να την πει,
κι ο άλλος να καταλάβει

Οψές αργά επέρνουνα απού τσ’ αυλές του Χάρου

κι εγροίκου τη Χαρόντισσα που μάλωνε το Χάρο:

“Χάροντα, δε σου τό ‘λεγα, Χάρε και δε σου το ‘πα,

όπου ’νιαι πέντε, πάρε δυό, κι όπου ’νιαι τρεις, τον ένα,

κι οπού ’ναι δυο καλοί αδερφοί, μην τσι ξεζευγαρώνεις

κι οπού ’ναι γείς κι αμοναχός, καθόλου μη σιμώνεις”
Ταξιδεύουμε στη γη, όπως οι Δίδυμοι στον ουρανό. Με τη μέρα μας θνητή, που η αψευδής γνώση για τη μοίρα μας τηνε κάνει σχεδόν αθάνατη.

Δ. Λιαντίνη

Νέκυια

Αφού δεν υπάρχει ο κάτω κόσμος, κι αφού κανείς δεν επάτησε τον Άδη, ποιό μεράκι έσπρωξε τους ποιητές να πλάσουνε τοις νέκυιες;
Θα σου το ειπώ.
Το ταξίδι που κάμανε, το κάμανε ζωντανοί. Και στον απάνω κόσμο. Αυτός ήταν ο τρόπος να μελετήσουν τον ιδικό τους θάνατο σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους.

Νέκυια σημαίνει να ζήσεις ζωντανός σε όλη τη ζωή σου τη γνώση και τη λύπη του θανάτου σου εδώ στον απάνω κόσμο.

Νέκυια σημαίνει να στοχαστείς και να ζήσεις τη ζωή σου όχι μισή αλλά ολόκληρη. Με την απλή, δηλαδή, και τη βέβαιη γνώση ότι ενώ υπάρχεις ταυτόχρονα δεν υπάρχεις. Ότι ενώ ζεις αυτό που είσαι, δηλαδή το ζωντανός του σήμερα, ταυτόχρονα ζεις κι αυτό που δεν είσαι, δηλαδή το νεκρός του αύριο. Η ζωή σου στην ουσία της είναι η δυνατότητα και η δικαιοδοσία της φαντασίας σου. Όχι άλλο.

Νέκυια σημαίνει ότι το "ενεργεία" σου, δηλαδή που είσαι τώρα που ζεις, τρέφεται και αυξαίνεται από το "δυνάμει" σου, δηλαδή από αυτό που θα γίνεις, όταν δε θα ζεις. Στην αντίθετη περίπτωση αφαιρείς από το προσωρινό του ζωντανού το μόνιμο του πεθαμένου. Ποιος είσαι στο κατακάρδι και στη βάση σου όμως, εάν διαλέξεις το ελάχιστο που έχεις απορρίξει από μέσα του το πλείστο;

Νέκυια σημαίνει ότι κερνάς στο ποτήρι σου το γλεύκος της ύπαρξης και το γλεύκος της ανυπαρξίας σου, και πίνεις ύστερα στη σωστή αναλογία το κρασί της ζωής. Ήσυχα, και χωρίς αυταπάτες.

Δ. Λιαντίνη

Στη Ν.

Και μια τελευταία συμβουλή: Αν θέλεις να δεις το ναι σου, άρχισε να λες καθαρά το όχι σου.

Στη Β.

μια σχέση που τα θέλησε όλα

έγινε και πόλεμος

όπου χάσαμε και οι δυό



Δεν ήρθε το τέλος...

Στον Φοίβο

Ό, τι έσπειρα, θέρισα λοιπόν

Τώρα ήρθε η ώρα της δικής σου σποράς

Στην Αλκυόνη

Μου 'δωσε δώρα η ζωή

μα τέτοιο σαν εσένα

ποτέ δε ξαναπήρα

μήτε θα ξαναπάρω

στην Α.

Χαίρε τα μάτια σου που ένας κόσμος είναι
Χαίρε ανάσα μου που ίδια της θάλασσάς 'σαι
Ήταν κάποτε ένα βουδιστικό μοναστήρι σε μια άθλια αδιόρθωτη κατάσταση. Οι κήποι του Ζεν ξεροί, οι μοναχοί του παραιτημένοι και άλλη μια μάχη είχε ξεσπάσει ανάμεσά τους - για κάτι που είχε να κάνει με το feng-shui της τραπεζαρίας.

Τότε έτυχε να περνά ταξιδεύοντας ένας σοφός που αναζήτησε στο μοναστήρι καταφύγιο για τη νύχτα. Ο ηγούμενος τον υποδέχθηκε θερμά απολογούμενος που το μοναστήρι του δεν ήταν κατάλληλο καταφύγιο για έναν τέτοιο σοφό.
Ο σοφός δεν είχε που αλλού να πάει, έτσι έμεινε εκεί τη νύχτα. Το πρωί αποχαιρετώντας τον ηγούμενο, τον ευχαρίστησε για την φιλοξενία και πρόσθεσε ότι ήταν μεγάλη η τιμή του να κοιμηθεί κάτω από την ίδια στέγη με τον Βούδα.

Τον Βούδα; Ο ηγούμενος έμεινε άναυδος με αυτή την αποκάλυψη. Ο σοφός ήταν γνωστός για τη διορατικότητά του πέραν πάσης αμφιβολίας.
Ο σοφός κούνησε το κεφάλι του: ακριβώς, τον Βούδα.
Ποιος είναι; τον ρώτησε ο ηγούμενος. Δε μπορώ να σου πω γιατί ο Βούδας θέλει να είναι εδώ μεταμφιεσμένος. Η αποτυχία σας να τον αναγνωρίσετε είναι ο λόγος που είστε σε αυτή την άθλια κατάσταση.

Μόλις έφυγε ο σοφός ο ηγούμενος άρχισε να αναρωτιέται. Θα μπορούσε να είναι ο χοντρός και τεμπέλης Τζόε; Τι έξυπνη μεταμφίεση! Μήπως ήταν ο Μόε που προσποιείται τον εγωίσταρο; Ο κατάλογος των μοναχών μακρύς.
Το ίδιο βράδυ ανακοίνωσε στους μοναχούς τη ρήση του σοφού. Στην αρχή κοίταξαν ο ένας τον άλλο με καχυποψία, στη συνέχεια με ταπεινότητα: Ποιος θα μπορούσε να είναι;

Κι από τότε, χωρίς να γνωρίζουν σε ποιόν κρύβεται ο Βούδας, αντιμετώπιζαν ο ένας τον άλλο με τον βαθύτερο σεβασμό, αυτός ο σεβασμός του ενός στον άλλο έκανε ένα φως να λάμπει στα μάτια τους και πριν περάσει πολύς καιρός οι κήποι του Ζεν του μοναστηριού είχαν ανθίσει.

Have You Heard the Philosophy?

Ο έρωτας υπάρχει μόνο τη στιγμή που πετάς. Αν προσγειωθείς εσύ, φεύγει αυτός.
Και τότε αναρρωτιέσαι: υπήρξε στ' αλήθεια;

Φανταστικοί αριθμοί

Στα μαθηματικά, ένας φανταστικός αριθμός (ή καθαροφανταστικός αριθμός) είναι ένας μιγαδικός αριθμός, το τετράγωνο του οποίου είναι αρνητικός πραγματικός αριθμός.

Ο όρος πλάστηκε από τον Ρενέ Ντεκάρτ το 1637 στο έργο του "Η Γεωμετρία" (La Géométrie) και είχε κάπως υποτιμητική σημασία. Το τετράγωνο κάθε πραγματικού αριθμού, είναι πάντα ένας μη αρνητικός αριθμός.
Συνεπώς, αριθμοί με τις ιδιότητες των φανταστικών αριθμών θεωρούνταν εκείνη την εποχή ότι δεν μπορεί να "υπάρχουν" πραγματικά, όπως άλλωστε και το μηδέν και οι αρνητικοί αριθμοί θεωρήθηκαν κατά καιρούς από κάποιους ως πλασματικοί ή άχρηστοι.

Μπορεί κανείς να θεωρήσει τους φανταστικούς αριθμούς ως μια επέκταση του συνόλου των πραγματικών αριθμών και ως μια "μαθηματική αφαίρεση".
Παρά το παραπλανητικό τους όνομα, οι φανταστικοί αριθμοί είναι όχι μόνο υπαρκτοί αλλά και πολύ χρήσιμοι, με εφαρμογή στον ηλεκτρισμό, στην επεξεργασία σημάτων και σε πολλές άλλες εφαρμογές.
Η πολική μορφή των μιγαδικών αριθμών τους καθιστά ιδανικούς για την αναπαράσταση περιστρεφόμενων διανυσμάτων και φάσεων και συνεπώς χρησιμοποιούνται ευρύτατα στην ηλεκτρονική (για την αναπαράσταση εναλλασσόμενων ρευμάτων), στην κυματική και γενικά στη μελέτη των περιοδικών φαινομένων.

Πραγματικοί αριθμοί

Κάθε πραγματικός αριθμός είναι είτε ρητός είτε άρρητος.

Ρητός, κάθε α⁄β όπου α και β είναι ακέραιοι και β δεν είναι 0.

Παραδείγματα άρρητων αριθμών είναι το π ή το e και η τετραγωνική ρίζα του 2.

Οι άρρητοι αριθμοί είναι όλοι οι πραγματικοί αριθμοί οι οποίοι δεν είναι ρητοί.
Οι άρρητοι αριθμοί έχουν άπειρο αριθμό, μη επαναλαμβανόμενων περιοδικά, δεκαδικών ψηφίων
Μία χαρακτηριστική ιδιότητα των άρρητων αριθμών είναι ότι το άθροισμα δύο άρρητων δίνουν συνήθως ως αποτέλεσμα έναν ρητό αριθμό.



Οι Πυθαγόρειοι δίδασκαν ότι οποιοσδήποτε φυσικός αριθμός μπορεί να εκφραστεί ως λόγος δυο άλλων φυσικών αριθμών και διέδιδαν πως με τη χρήση των αριθμών μπορούσαν να επιλύσουν όλα τα προβλήματα του πραγματικού κόσμου.
Η πρώτη ενδεχομένως κρίση στα Μαθηματικά εμφανίστηκε συνοδευόμενη από πολιτική κρίση όταν, σύμφωνα με την παράδοση, ο Ίππασος ο Μεταπόντιος (450 π.Χ.) αποκάλυψε τον άρρητο, γεγονός που φύλαγαν μυστικό οι Πυθαγόρειοι, και προκάλεσε την εξέγερση των λαών που τελούσαν υπό την εξουσία των Πυθαγορείων.

Αριθμοί

Άρω + τίθημι

Ένας αριθμός είναι ένα μαθηματικό αντικείμενο που χρησιμοποιείται για υπολογισμό, κατάταξη στοιχείων και μέτρηση.
Στα μαθηματικά, ο ορισμός του αριθμού έχει επεκταθεί με την πάροδο των χρόνων να περιλαμβάνει τέτοιους αριθμούς όπως το 0 (το 0 δεν ήταν καν ένας αριθμός για τους αρχαίους Έλληνες) , αρνητικούς αριθμούς (δηλ. παράγει μηδέν όταν προστίθεται στον αντίστοιχο θετικό [<τίθημι] ακέραιο), ρητούς αριθμούς, άρρητους αριθμούς και μιγαδικούς αριθμούς.

κάθε σιωπή

μία πνοή

ενός αρρήτου

λόγου

Το τέλειο είναι εδώ και τώρα

Όπως τώρα έχουμε πλήρη συνείδηση ότι η γη είναι στρογγυλή και το τέλος της ήταν μια αυταπάτη, έτσι ακριβώς κάποτε θα συνειδητοποιήσουμε ότι ο -τουλάχιστον- τετραδιάστατος χωροχρόνος δεν έχει τέλος. Κι αν αφεθούμε να κάνουμε τον πλήρη κύκλο θα βρεθούμε πάλι στο ίδιο σημείο: Εδώ και Τώρα

William Blake Προφητικά

Χωρίς τον Ποιητικό ή Προφητικό χαρακτήρα, το Φιλοσοφικό και Πειραματικό γρήγορα θα έφτανε στη γνώση της αναλογικής σχέσης όλων των πραγμάτων και θά 'στεκε ακίνητο, ανίκανο να κάνει τίποτ' άλλο από το επαναλαμβάνει τον ίδιο ανιαρό κύκλο ξανά και ξανά.

Επομένως

Ο Θεός γίνεται όπως είμαστε εμείς, ώστε να μπορούμε εμείς να είμαστε όπως αυτός.

Εκδ. Χατζηνικολή, 1986

Τα τρία ερωτήματα

- Ποια είναι η πιο σημαντική στιγμή στη ζωή σου;
- Ποιός είναι ο πιο σημαντικός άνθρωπος στη ζωή σου;
- Ποιο είναι το πιο σημαντικό που μπορείς να κάνεις;

κάθε κορμί

ίδια φωτιά

με την αρχή του

Κόσμου

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΑΡΑ

Εγέρασα, μωρέ παιδιά, 'ς τους κλέφταις καπετάνιος, 
τριάντα χρόνια αρματωλός, πενήντα χρόνια κλέφτης. 
Θέλω ν’ αφήοω την κλεψιά, καλόγερος να γένω, 
καλόγερος και γούμενος και ρασοτυλιμένος.
Δέκα χωριά νεχάλασα, τα ξαναφκειάνω πάλε, 
δυο μοναστήρια χάλασα τα ξαναχτίζω πίσω. 
Και σας χαρίζω τάρματα μαζί με την ευχή μου. 
Να ρήνω και 'ς το θυμιατό μπαρούτι αντίς λιβάνι, 
να μου θυμάη τον πόλεμο, τα περασμένα νιάτα,
σεις να χαλάτε την Τουρκιά, κ' εγώ να σας σχωράω.

[Ο Κώστας Ζαχαριάς, ο επιλεγόμενος Κωσταντάρας, ήτο γυναικάδελφος του αρματωλού Βρικόλακα, διεδέχθη δ' αυτόν εις το αρματωλίκι των Σαλόνων, της Δωρίδος και του Μαλανδρίνου κατά το 1740. Απέθανε φυσικόν θάνατον κατά το 1755.]

Νικολάου Πολίτη
"Ανθολογία Δημοτικού Τραγουδιού"


* Τουρκιά δεν είναι ο τούρκικος λαός, όπως μας λέει, και ο νοών νοείτω.
ΣΙΩΠΩ = ουΣΙΑ + ΟΠΩπα

Σιδερένια δάκρυα

...

Κλάψε, όσο αυτό το εφήμερο σύννεφο θέλει...

κλάψε, όσο αυτή η μονότονη βροχή κρατά,

όσο το χώμα της καρδιάς σου διψά κι όσο η δειλή υπερηφάνεια δε θέλει!

Κλάψε σαν παντοδύναμος ουρανός σ' αυτή τη γη!

όσο θέλει το σύννεφο για να σβύσει

όσο χρειάζεται ο πόνος να πνιγεί, όσο χρειάζεται η χαρά για να βλαστήσει...


Λεωνίδας Πολυδεύκης

Άγγελος Σικελιανός: Λόγος σπερματικός

... κάποιος από κείνους, πρωτοχορευτής και μόνος, σύντομα θα να 'πρεπε μιάν ώρα να χορέψει για όλους, με όλους τους μυημένους αδελφούς του, στο βωμό της Γης κι ανάμεσά τους, όλης του της μύησης τον τρανό και βαθυσήμαντο χορό.
Και θ' αρχινούσε από το έρεβος κι από το χάος, θα ξετύλιγεν ολόκληρο το Μύθο των γεννήσεων, πολυπρόσωπος κι ενιαίος. Και θα να κρατούσε ο ίδιος, μέσα απ' το όργιο, το κρυμμένο μέτρο...


Άγγελος Σικελιανός: Λόγος σπερματικός

(ε)γώ, το ρήμα της γης

Ο Π., βλέποντας με πληρότητα διαμέσου της δικής του πρόσκαιρης κενότητας, γνωρίζει μιαν απελπισία που υπερβαίνει την αυτοκτονία, κι αυτή είναι η απόλυτη απελπισία που συνδέεται με την έννοια της νιρβάνα. Πρόκειται για την πλήρη απαλλαγή από κάθε ελπίδα ασφάλειας, ανάπαυσης ή κέρδους, όπου ακόμα και η αυτοκτονία δεν είναι διαφυγή, εφόσον το «Εγώ» ξαναξυπνά σε κάθε πλάσμα που γεννιέται. Πρόκειται δηλαδή για την παραδοχή της τελεσίδικης ήττας κάθε τεχνάσματος του εγώ, κάθε ψευδαίσθησης...

https://awqu.blogspot.gr/

Ήθελα να `μουν τσέλιγκας


Ήθελα να ’μουν τσέλιγκας, να ’μουν κι ένας σκουτέρης,

να πάω να ζήσω στο μαντρί, στην ερημιά, στα δάσα,

να ’χω κοπάδι πρόβατα, να ’χω κοπάδι γίδια,

κι ένα σωρό μαντρόσκυλα, να ’χω και βοσκοτόπια

το καλοκαίρι στα βουνά και τον χειμώ στους κάμπους.

Να `χω από πάλιουραν βορό και στρούγκα από ροδάμι,

να `χω και σε ψηλήν κορφή καλύβα από ρουπάκια,

να `χω με τα βοσκόπουλα σε κάθε σκάρον γλέντι,

να `χω φλογέρα να λαλώ, ν’ αντιλαλούν οι κάμποι,

να `χω και κόρην όμορφη στεφανωτή μου να `χω,

να μου βοηθάει στο σάλαγο, να μου βοηθάει στα γρέκια,

κι όντας θα τα σταλίζουμε τα δειλινά στους ίσκιους,

στης ρεματιάς τη χλωρασιά, μαζί της να πλαγιάζω,

να με κοιμίζει με φιλιά στους δροσερούς της κόρφους.


Κώστας Κρυστάλλης

Μείνετε αληθινοί στη γη

Σας εξορκίζω, αδελφοί μου, μείνετε αληθινοί στη γη, και μην πιστεύετε αυτούς που σας μιλάνε για υπεργήινες ελπίδες! Δηλητηριαστές είναι, είτε το ξέρουνε είτε όχι. Καταφρονητές της ζωής είναι, παρακμάζοντες και δηλητηριασμένοι οι ίδιοι, τους οποίους έχει βαρεθεί η γη: έτσι αφήστε τους να πάνε! Κάποτε βλασφημία ενάντια στο Θεό ήταν η μεγαλύτερη βλασφημία. Αλλά ο Θεός πέθανε, και μαζί και εκείνοι οι βλάσφημοι. Το να βλασφημήσεις τη γη είναι τώρα η πιο τρομερή αμαρτία, και το να επιτιμήσεις την καρδιά του μη γνωστέου υψηλότερο κι απ' το νόημα της γης! Κάποτε η ψυχή κοίταζε με περιφρόνηση το σώμα, και τότε αυτή η περιφρόνηση ήταν το ανώτερο πράγμα:- η ψυχή επιθυμούσε το σώμα να είναι αδύναμο, χλωμό, και πεινασμένο. Έτσι σκέφτηκε να ξεφύγει από το σώμα κι απ' τη γη. Ω, αυτή η ψυχή ήταν η ίδια αδύναμη, χλωμή, και πεινασμένη, και σκληρότητα ήταν η απόλαυση αυτής της ψυχής! Αλλά εσείς, επίσης, αδελφοί μου, μου λέτε: Τι λέει το σώμα σου για την ψυχή σου; Δεν ειναι η ψυχή σου φτώχεια και μόλυνση και ελεεινή αυταρέσκεια; Αληθινά, ένα μολυσμένο ρέμα είναι ο άνθρωπος. Κάποιος πρέπει να είναι θάλασσα, για να δεχτεί ένα μολυσμένο ρέμα χωρίς να μολυνθεί ο ίδιος.

Ο άνθρωπος μοιάζει...

... με κλάσμα όπου ο αριθμητής είναι ο πραγματικός εαυτός του και ο παρονομαστής η ιδέα που έχει για τον εαυτό του. Όσο μεγαλύτερος ο παρονομαστής, τόσο μικρότερη η αξία του κλάσματος. Και όσο ο παρανομαστής διογκώνεται προς το άπειρο, τόσο το κλάσμα τείνει προς το μηδέν.

Λέον Τολστόι

Ζεϊμπεκιές...

Στο κέντρο ένα μοναχικό ανδρικό σώμα. Τα πόδια, γειωμένα στη γη, στο έδαφος. Κινήσεις σχεδόν «κρυφές». Τα χέρια ανοιχτά σε διάσταση, όπως φτερά αετού, και το κεφάλι γερμένο μπροστά. Μια μίνι εικόνα ενός εσταυρωμένου… Οι κινήσεις μετρημένες, με υπαινικτική αναφορά. 

Νότης Μαυρουδής



Σχολείον εραστών

DON ALFONSO
V'ingannai, ma fu l'inganno
Disinganno ai vostri amanti,
Che più saggi omai saranno,
Che faran quel ch'io vorrò.
(li unisce e li fa abbracciare) 
Qua le destre, siete sposi,
Abbracciatevi e tacete,
Tutti quattro ora ridete,
Ch'io già risi e riderò.

Σας εξαπάτησα, αλλά η εξαπάτησή μου ήταν
Για να μην εξαπατηθείτε από τους εραστές σας,
Στο εξής αυτό θα είναι σοφό,
Αυτό να κάνετε που αγαπώ.
(Τους ενώνει και τους κάνει να αγκαλιαστούν) 
Αυτό είναι το σωστό, παντρεμένα ζευγάρια,
Αγκαλιαστείτε και κρατηθείτε,
Και οι τέσσερις γελάστε τώρα,
Γελάστε με το γέλιο μου κι εσείς.
 ...

TUTTI
Fortunato l'uom che prende
Ogni cosa per buon verso
E tra i casi e le vicende
Da ragion guidar si fa.
Quel che suole altrui far piangere
Fia per lui cagion di riso
E del mondo in mezzo ai turbini
Bella calma troverà.

Τυχερός ο άνθρωπος που παίρνει
Όλα τα πράγματα απ’ τη καλή
Και σ’ όσα γίνονται
Ο Λόγος είναι ο οδηγός του.
Τι κι αν οι άλλοι σε κάνουν να κλάψεις
Η Σοφία γιατρεύει τη πληγή με το γέλιο
Τι κι αν ο κόσμος είναι στη μέση ανεμοστρόβιλου
Όμορφη θα βρεις κάλμα.

Fine

Αυτοί που καταπιέζουν τις επιθυμίες τους το κάνουν επειδή οι επιθυμίες τους είναι τόσο αδύναμες, ώστε μπορούν να καταπιεστούν

 William Blake
Μη θες κρατήσεις τη χαρά
γιατί άπιαστο όνειρό 'ναι

Δήλος

For millions of years mankind lived just like animals
Then something happened which unleashed the power of our imagination
We learned to talk

It doesn't have to be like this
All we need to do is make sure we keep talking


talk (v.) ultimately from the same source as tale, from PIE root *del-
δήλος
properly, visible, conspicuous,
clear to the mind, manifest, evident,

Change

The only way to make sense out of change is to plunge into it, move with it, and join the dance.

Alan Watts

ΕΝ - ΌΡΑΣΗ

Δε λέω εν-ορώ αλλά εν-ορώμαι αφού δεν είναι εκτός μου

Χρόνος

Χ(Κ)ρόνος παις εστί  παίζων, πεσσεύων τις ώρες του

Σώμα-Σώζομαι

Το μόνο σίγουρα αθάνατο είναι το Σώμα. Απλά αλλάζει μορφή: νερό και λίπασμα για ρόδα, τσουκνίδες ή ό,τι άλλο θελήσει η Ζωή.
Ενώ το μικρό ΕΓΩιστικό δια-βολ-άκι που έχουμε μέσα μας δεν είναι και τόσο σίγουρο και γι αυτό δια-στρέφει την α-λήθεια, αποκηρύσσει το σώμα σαν θνητό και καλεί αθάνατη τη ψυχή. Μια ψυχή, μάλιστα, αποκομμένη τελείως από το σώμα για να κρυφτεί από πίσω της πονηρά το ίδιο.

ή

Σώμα είναι η ορατή ψυχή, και ψυχή το αόρατο σώμα

trust me, it's not yet the end

But it's also true that the person who risks nothing, does nothing; has nothing. All we know about the future is that it will be different. But, perhaps what we fear is that it will be the same. So, we must celebrate the changes. Because, as someone once said "Everything will be all right in the end. And if it's not all right, then trust me, it's not yet the end."

Deborah Moggach

Μόνο η αλήθεια

Μόνο οι τίμιοι αναζητητές της αλήθειας μπορούν να κατανοήσουν ο ένας τον άλλο είτε γεννήθηκαν Μουσουλμάνοι είτε Χριστιανοί ή άθεοι κ.ο.κ.

Οι υπόλοιποι θα συνεχίσουν να σφάζονται μεταξύ τους δίχως να ξέρουν το γιατί...

ή

ὁ Ἡράκλειτός φησι τοῖς ἐγρηγορόσιν ἕνα καὶ κοινὸν κόσμον εἶναι τῶν δὲ κοιμωμένων ἕκαστον εἰς ἴδιον ἀποστρέφεσθαι

Βαριέμαι!

...Όπως υποστηρίζει ο Έλληνας φυσικός, κάθε επιμέρους σύμπαν (μεταξύ αυτών το δικό μας) μέσα σε αυτό το πολυσύμπαν μπορεί να έχει τους δικούς του ξεχωριστούς φυσικούς νόμους, που ισχύουν μόνο σε αυτό, ενώ στα άλλα σύμπαντα οι νόμοι που τα διέπουν, μπορεί να είναι αφάνταστα διαφορετικοί ή και σχετικά παρόμοιοι, έχουν όμως οπωσδήποτε ως κοινό παρονομαστή τη βαρύτητα.

Ζούμε σε δέκα διαστάσεις, αλλά δεν το αντιλαμβανόμαστε

*βαρύτητα ονομάζεται η ιδιότητα των υλικών σωμάτων να έλκουν και να έλκονται αμοιβαία με άλλα υλικά σώματα

Θεραπεία

Πιστεύω στη θαυματουργή θεραπεία, όχι για να εξαλείψει ποτέ θάνατο και αρρώστιες αλλά για να μας δείξει ότι υπάρχει και κάτι άλλο πέρα από το ως τώρα γνωστό...

Ο Μόνος Θεός

Το όνομα, αυτού που άλλοι ονομάζουν Γιαχβέ κι άλλοι Αλλάχ, στα ελληνικά θα μπορούσε να είναι Πάν

Θάνατος

Θα ήθελα εκείνη τη στιγμή να πω "ήταν ωραίο το ταξίδι" ή ακόμα καλύτερα να έχω τη Γνώση ότι περνώ σε μια άλλη μορφή...

Το μόνο σίγουρο Θα...

ἐγώ

ἐγώἐγών , besides the usual forms, also gen. ἐμεῖοἐμεῦἐμέομευἐμέθενI, me.

A Homeric Dictionary


Ε-γώ,
I-o,
-je,
-yo,
ich-
I

Ε-μού
-me
-moi
-mich
..."Υπάρχει το άπειρο. Είν' εκεί. Αν δεν είχε συνείδηση (εγώ) το άπειρο, η συνείδηση (το εγώ) θα 'ταν τ'όριό του. Τότε δε θα υπήρχε και δε θα 'ταν άπειρο. Αφού υπάρχει όμως, έχει συνείδηση (εγώ). Και συνείδησή (το εγώ) του είναι Θε@..."

ή

"The infinite is. He is there. If the infinite had no person, person would be without limit; it would not be infinite; in other words, it would not exist. There is, then, an I. That I of the infinite is God."

ή

"Si l'infini n'avait pas de moi, le moi serait sa borne ; Il ne serait pas infini ; en d'autres termes, il ne serait pas. Or il est. Donc il a un moi. Ce moi de l'infini, c'est Dieu."

Victor Hugo ; Les Misérables (1862)

Ερώτηση

Η α-λήθεια θα υπήρχε αν δεν είχε προηγηθεί η λήθη;

η μάχη πια τέλειωσε...

Φαντάζομαι, αγαπητέ μου — άρχισε μ’ ένα σκεφτικό χαμόγελο — πώς η μάχη πια τέλειωσε κι ο αγώνας καταλάγιασε. Ύστερα απ' τις κατάρες, τις λάσπες και τα σφυρίγματα, έφτασε η νηνεμία κ’ οι άνθρωποι έμειναν μονάχοι, όπως το ήθελαν. Η μεγάλη αλλοτινή ιδέα τους παράτησε. Η μεγάλη πηγή της δύναμης, πού ίσαμε τώρα τους έθρεψε και τους θέρμανε, βασίλευε πια όπως κείνος ο μεγαλόπρεπος ήλιος στην εικόνα του Κλώντ Λοραίν, κι αυτό έμοιαζε σα νάταν η τελευταία μέρα της ανθρωπότητας. Κ’ οι άνθρωποι ξαφνικά κατάλαβαν, πως απόμειναν εντελώς μόνοι και μεμιάς αισθάνθηκαν μεγάλη ορφάνια. Αγαπημένο μου παιδί, εγώ ποτέ δε μπόρεσα να φανταστώ τους ανθρώπους αχάριστους και αποβλακωμένους. Οι απορφανισμένοι άνθρωποι αμέσως θα αρχινούσαν να σφίγγονται ο ένας κοντά στον άλλον πιο σφιχτά και πιο αγαπημένα. Θ’ αδράχνονταν απ' τα χέρια, νιώθοντας πως τώρα πια μόνοι αυτοί αποτελούν το πάν ο ένας για τον άλλον! Θα εξαφανιζόταν η μεγάλη ιδέα της αθανασίας και θα παρουσιαζόταν η ανάγκη της αντικατάστασης της κι όλο το τεράστιο ξεχείλισμα τής αλλοτινής λατρείας για Κείνον, πού ήταν, κιόλας, η Αθανασία, θα μεταβαλλόταν μέσα τους και θα στρεφόταν στη φύση, στον κόσμο, στους ανθρώπους, στο κάθε μόριο. Θ' αγαπούσαν τότε τη γη και τη ζωή ασυγκράτητα κι όσο περισσότερο θα κατανοούσαν πόσο οι ίδιοι ήταν περαστικοί και προσωρινοί, τόσο η αγάπη τους θα γινόταν αλλιώτικη, όχι όπως άλλοτε. Θ’ άρχιζαν να βρίσκουν και να ανακαλύπτουν στη φύση κάτι τέτοια φαινόμενα και μυστήρια, πού ούτε τα φαντάζονταν πρωτύτερα, γιατί τώρα θάβλεπαν τη φύση με μάτια καινούργια, με το βλέμμα του εραστή προς την ερωμένη του. Θα ξυπνούσαν και θάτρεχαν να φιληθούν, βιαζόμενοι ν’ αγαπήσουν, αναγνωρίζοντας, πώς οι μέρες είναι σύντομες, πώς αυτό που τους απομένει, είναι το παν γι αυτούς. Θα δούλευαν ο ένας για τον άλλον κι ο καθένας θα μοίραζε στους άλλους όλη του την περιουσία και μ’ αυτό και μόνο θάταν ευτυχισμένοι. Το κάθε παιδί θάξερε και θα αισθανόταν, πώς όλοι, κάθε γυναίκα και κάθε άντρας είναι γι αυτό μητέρα και πατέρας. «Αδιάφορο αν αύριο είναι η τελευταία μου ημέρα,— θα σκεφτόταν ο καθένας τους, κοιτάζοντας το ηλιοβασίλεμα,— μα κι αν εγώ πεθάνω, θα μείνουν όλοι οι άλλοι και μετά απ’ αυτούς τα παιδιά τους» κ’ η σκέψη αυτή, πώς οι άλλοι θάμεναν το ίδιο αγαπημένοι και τρέμοντας ο ένας για τον άλλο, θ' αντικαθιστούσε τη σκέψη για τη ζωή πέρα απ’ τον τάφο. Ώ, θα έσπευδαν ν’ αγαπήσουν για να σβήσουν τη μεγάλη θλίψη μέσα στις ψυχές τους. Θάταν περήφανοι και τολμηροί για τον εαυτό τους, μα θα γίνονταν δειλοί ο ένας για τον άλλον, κι ο καθένας θα έτρεμε για τη ζωή και την ευτυχία του καθενός. Θα γίνονταν τρυφεροί αναμεταξύ τους και δε θα ντρέπονταν γι αυτό, όπως τώρα, μα θα χάιδευε ό ένας τον άλλον, όπως τα παιδιά. Καθώς θ’ αντάμωναν θα κοιτάζονταν με βαθύ και συνειδητοποιημένο βλέμμα, και στα βλέμματα τους θα υπήρχε αγάπη και θλίψη... » Αγαπητέ μου, — σταμάτησε ξαφνικά χαμογελώντας — όλα αυτά είναι μια φαντασία, και μάλιστα η πιο απίθανη. Μα εγώ πολύ συχνά, έτσι ακριβώς την αναπαράστησα με το νου μου, γιατί σ' όλη μου τη ζωή δε μπόρεσα να ζήσω χωρίς αυτή και χωρίς να τη σκεφτώ. Δε μιλάω για την πίστη μου: η πίστη μου δεν είναι μεγάλη. Είμαι μόνο θεϊστής, φιλοσοφικός θεϊστής, όπως όλη η χιλιάδα μας. Έτσι υπολογίζω. Μα… μα το περίεργο είναι, πώς πάντα τέλειωνα την εικόνα μου με ένα όραμα όπως του Χάινε : «Ο Χριστός πάνω στη βαλτική θάλασσα». Δε μπορούσα να κάνω χωρίς Αυτόν, δε μπορούσα να μην τον φανταστώ στο τέλος ανάμεσα στους απορφανισμένους ανθρώπους. Ερχόταν κοντά τους, άπλωνε τα χέρια του κ’ έλεγε : «Πώς μπορέσατε να με ξεχάσετε;» Και τότε σα νάπεφτε ο πέπλος απ' όλα τα μάτια και ν' αντηχούσε ο επιβλητικός ύμνος της καινούργιας και τελευταίας ανάστασης…

Από τον έφηβο του Ντοστογιέφσκη, εκδόσεις Γκοβόστη, μετάφραση Κοραλία Μακρή

O Άσις και η Γαλάτεια



...Είδα ένα όνειρο εντελώς ανέλπιστο για μένα, γιατί ποτέ δεν είχα ξαναδεί παρόμοιο. Στη Δρέσδη, στην Πινακοθήκη, υπάρχει μια εικόνα του Κλώντ Λοραίν “O Άσις και η Γαλάτεια” πού πάντοτε την έλεγα «Ο χρυσός αιώνας», δεν ξέρω γιατί. Την είχα δει και πρωτύτερα, μα και τώρα, πριν από τρεις μέρες, περαστικός απ’ τη Δρέσδη, επισκέφτηκα την Πινακοθήκη και την είδα πάλι. Αυτή την εικόνα είδα στ’ όνειρό μου, μα όχι πια σαν εικόνα, παρά σαν κάποιο μύθο. Άλλωστε δεν ξέρω τι ακριβώς ονειρεύτηκα: είδα, όπως απαράλλαχτα ήταν στην εικόνα, μια γωνίτσα απ’ το Ελληνικό Αρχιπέλαγος και ταυτόχρονα σάμπως η εποχή να μεταφέρθηκε τρεις χιλιάδες χρόνια πίσω. Γαλάζια, χαρούμενα κυματάκια, νησιά και βράχια, ανθισμένα ακρογιάλια, μαγευτικά πανοράματα στο βάθος, ένας ήλιος, πού καθώς βασίλευε, ήταν σα να σε καλούσε κοντά του. Μ’ άλλα λόγια κάτι ασύλληπτο, κάτι πού δε λέγεται με λέξεις. Ήταν σα μια ανάμνηση της κοιτίδας της Ευρωπαϊκής ανθρωπότητας... Κ’ ή σκέψη αυτή γέμισε την ψυχή μου με κάποια συγγενική αγάπη. Εδώ βρισκόταν ο επίγειος παράδεισος της ανθρωπότητας: οι θεοί κατέβαιναν απ’ τους ουρανούς και συγγένευαν με τους ανθρώπους. Ώ, κει πέρα κατοικούσαν υπέροχοι άνθρωποι! Ξυπνούσαν κι αποκοιμόνταν ευτυχισμένοι και αγνοί κ’ οι πεδιάδες και τα άλση γέμιζαν από τα τραγούδια τους και τις χαρούμενες κραυγές τους. Κ' οι ξέχειλες ατόφιες δυνάμεις τους ξοδεύονταν στην αγάπη και στην αθώα χαρά. Ο ήλιος τους έλουζε με τη ζεστασιά και το φως του, καμαρώνοντας τα πανώρια του παιδιά... Θαυμάσιο όνειρο. Υψηλή πλάνη τής ανθρωπότητας! Ο Χρυσός Αιώνας—είναι ένα ονειροπόλημα από τα πιο απίθανα, μα πού γι αυτό οι άνθρωποι θυσίαζαν όλη τους τη ζωή κι όλες τους τις δυνάμεις και γι αυτό πέθαιναν και σκοτώνονταν οι προφήτες, πού χωρίς αυτό οι λαοί δε θέλουν να ζήσουν, μα κι ούτε να πεθάνουν μπορούν! Κι όλα αυτά τα συναισθήματα ήταν, σα να τα ζούσα στο όνειρο αυτό. Τους βράχους και τη θάλασσα και τις λοξές αχτίδες του ήλιου, πού βασίλευε — όλα αυτά, σα να εξακολουθούσα να τα βλέπω όταν ξύπνησα κι άνοιξα τα μάτια μου, πού ήταν βρεγμένα απ’ τα δάκρυα. Θυμάμαι, πώς ήμουν όλο χαρά. Το συναίσθημα κάποιας ευτυχίας, πού μου ήταν ακόμα άγνωστη, διαπέρασε την ψυχή μου σε βαθμό, πού να μου προξενήσει πόνο. Ήταν η παν-ανθρώπινη αγάπη, αυτό. Είχε πια βραδιάσει. "Απ' το παράθυρο, του μικρού μου δωματίου, μέσα απ’ την πρασινάδα των λουλουδιών, πού βρίσκονταν πάνω στο πεζούλι, περνούσε μια δέσμη απ’ τις λοξές αχτίδες του ήλιου και με πλημμύριζε φως. Και να, φίλε μου, να, -κείνο το ηλιοβασίλεμα της πρώτης μέρας της ευρωπαϊκής ανθρωπότητας, πού είδα στον ύπνο μου, μεταβλήθηκε για μένα αμέσως μόλις ξύπνησα στο ηλιοβασίλεμα της τελευταίας μέρας της ευρωπαϊκής ανθρωπότητας! Τότε ιδίως ήταν πού αντηχούσε πάν' απ' την Ευρώπη κάτι σαν επικήδειος ήχος καμπάνας. Δε μιλάω μονάχα για τον πόλεμο και τον Κεραμεικό. Και χωρίς αυτό ήξερα από καιρό, πώς όλα θα περνούσαν, όλη η μορφή του ευρωπαϊκού παλιού κόσμου -αργά ή γρήγορα. Μα σα Ρώσος ευρωπαίος δε μπορούσα να το παραδεχτώ. Τότε μόλις είχαν κάψει τον Κεραμεικό. Ω, μην ανησυχείς, το ξέρω, πώς ήταν “λογικό” αυτό, και καταλαβαίνω πολύ καλά όλο το αναπότρεπτο της τρέχουσας ιδέας, μα σα φορέας της ύψιστης ρωσικής εκπολιτιστικής ιδέας, δε μπορούσα να το παραδεχτώ, γιατί ή ύψιστη ρωσική Ιδέα είναι ο συμβιβασμός όλων των ιδεών. Και ποιος μέσα σ’ όλον τον κόσμο, θα μπορούσε τότε να νιώσει μια τέτοια ιδέα; Εγώ περιπλανιόμουν κατάμονος. Δε μιλάω προσωπικά για τον εαυτό μου. Για τη ρωσική σκέψη μιλάω. Κει πέρα υπήρχε μονάχα σύγκρουση και λογική. Κει πέρα ο Γάλλος ήταν μονάχα Γάλλος και τίποτε άλλο, κι ο Γερμανός, μονάχα Γερμανός και τίποτε άλλο, κι αυτό εντατικότερα από οποιαδήποτε άλλη στιγμή τής Ιστορίας τους. Γι αυτό και ποτέ οι Γάλλοι δεν έβλαψαν τόσο τη Γαλλία κ’ οι Γερμανοί τη Γερμανία τους, όσο κείνην ακριβώς την εποχή! Τότε σ’ όλη την Ευρώπη δεν υπήρχε ούτε ένας ευρωπαίος! Και μονάχα εγώ ανάμεσα σ’ όλους τους εμπρηστές, μπορούσα να τους πω καταπρόσωπο, πώς ο Κεραμεικός τους ήταν σφάλμα, και μονάχα εγώ ανάμεσα σ’ όλους τους συντηρητικούς -εκδικητές, μπορούσα να πω στους εκδικητές, πώς ο Κεραμεικός παρ' όλο πού ήταν έγκλημα, πάντως ήταν και «λογική». Κι αυτό, παιδί, μου, γιατί μονάχα εγώ, σα Ρώσος, ήμουν τότε στην Ευρώπη ο μοναδικός Ευρωπαίος...

Από τον έφηβο του Ντοστογιέφσκη, εκδόσεις Γκοβόστη, μετάφραση Κοραλία Μακρή

Σχόλιο για τον πίνακα: 
Ποια είναι η γυμνή φιγούρα δεξιά στο κέντρο της εικόνας; Μόνη της, δε συμμετέχει παρά από μακριά. Το ζευγάρι και τα παιδιά την αγνοούν. Ώ! είναι ο Γνώστης: Αυτός που γνωρίζει τη πλάνη της εικόνας: Γιατί βλέπει τον άντρα να φεύγει για να πολεμήσει τον αδελφό του. Τα παιδάκια να ψάχνουν στα σκουπίδια για να ξεγελάσουν τη πείνα τους. Τη γυναίκα να αναγκάζεται να πουλήσει το σώμα της! Πόσο αγαπά αυτή τη πλάνη! Την αγκαλιάζει για να τη κρατήσει στη καρδιά του!

Είναι σίγουρα ο Γνώστης! Αυτός που γνωρίζει τη παροδικότητα! Κι όμως, πόσο αγαπά αυτή τη στιγμή!

α...

α-λήθεια (λήθη)
α-φθονία (φθόνος)

I have a dream

Κάποτε θα βρούμε τα κότσια να δούμε ότι δεν υπάρχει κάποιος Θεός έξω από μας που τραβά το νταλκά για μας. Ότι εμείς είμαστε Αυτός. Και σαν μόνοι θ' αγαπήσουμε τη μοναξιά ο ένας του άλλου. Θ' αγαπήσουμε το χρόνο της λησμονιάς μας. Θα δούμε ότι είμαστε βροτοί όχι από αναγκαιότητα αλλά από επιλογή. Τότε η αγάπη, που θα φτάσει και στην κοινωνική οργάνωση, θα λειτουργεί ως εξής: Η ανταπόδοσή μας σε αυτό που προσφέρουμε θα είναι η δική μας χαρά.

ΑΓΑ(Ν)-Π(ΟΙ)Ω


ΑΓΑ(Ν)-Π(ΟΙ)Ω

Σημείωση: Δίνω μια δική μου ετυμολογία στο "άγαν" δηλαδή να προέρχεται από το  α+ γαν (=γη) και επιπλέον ότι το "α"  δεν είναι το στερητικό αλλά το αθροιστικό όπως στο α+δελφύς (=μήτρα) = αδελφός. Κατά τη γνώμη μου, με αυτή την ετυμολογία, το "Μηδέν άγαν" αποκτά μια βαθύτερη σημασία.

Εξ' ου και "άγιος" 
Για τη ζεύξη
Ο Δίας, που στην ονομαστική κάνει ο Ζευς, είναι ζεύξη πυρός - ύδατος, που λέει κι ο Ηράκλειτος. Στη γενική είναι του Διός. Είναι το δύο που κάνει αυτή τη θεότητα των πραγμάτων όλων. Είναι καταπληκτικό αν το σκεφτείς. Δύο άνθρωποι μπορεί να καταφέρουν τα πάντα.

Ποίηση
Αυτό που μου άρεσε από παιδί ήταν η ποίηση. Και για μένα τέχνη χωρίς ποίηση δεν γίνεται, είναι η τσαρίνα των τεχνών. Ο χορός μ’ αρέσει επίσης και μες στο σπίτι ακόμα κι όταν μαγειρεύω μ’ αρέσει να χορεύω.

Μαγειρική
Η μαγειρική είναι τέχνη, είναι η όγδοη τέχνη. Στη μαγειρική πρέπει να ‘σαι από πάνω για να μην καεί το φαγητό . Όπως και στο θέατρο. Δηλαδή να το ελέγχεις το πράγμα. Νομίζω ότι με πήγε η ζωή και την πήγα κι εγώ παρέα. Στη ζωή μου και σ’ εμένα μάς αρέσουν τα ίδια πράγματα. Δεν έχω μετανιώσει για κάτι που δεν έχω κάνει.

Πότε μικραίνει η ζωή
Ακούω καμιά φορά που γκρινιάζουν και λέω «κάτι χάνουν που γκρινιάζουν». Σου γκρινιάζει κι η ζωή έτσι. Άσε που τη μικραίνεις. Κι είναι και το πώς ασχολείσαι. Εγώ το βλέπω σε γυναίκες πώς ασχολούνται με τους άντρες, λένε «τι μου κάνει ο άντρας». Εγώ δεν το έχω πει ποτέ αυτό. Ο άνδρας με κάνει μοναδική κι εγώ τον κάνω μοναδικό.

Γενναιοδωρία
Διδάσκω στους ηθοποιούς να αγαπούν πολύ τον κόσμο, πάρα πολύ να τον αγαπάνε τον κόσμο και να θέλουν να του δωριστούν. Κι αυτό θα ξαναγυρίσει μέσα τους. Λέω ότι είναι μια προσφορά στο σύμπαν, γι’ αυτό να είσαι γενναιόδωρος, να ανοίγεσαι, να ανοίγεις κι αυτό να το ξαναβάζεις πάλι μέσα σου. Γιατί αν το δώσεις λίγο, λίγο το πιστέψεις και πεις σ’ αγαπώ, αυτό ξαναγυρίζει πιο μεγάλο μέσα σου. Αυτό που δίνεις το ξαναπαίρνεις. Αυτό παλεύω να μάθω εγώ στα παιδιά μου, να δίνονται γενναιόδωρα. Να μη φοβούνται να καούν, να χτυπήσουν, αυτό θα τους επιστραφεί.

Η σονάτα του Μότσαρτ
Ο Μότσαρτ είχε γράψει μία σονάτα όταν πέθανε η μαμά του, τόσο χαρούμενη. Και με ρώτησε ένα παιδί κάποια φορά «γιατί τόσο χαρούμενη;», «γιατί είναι μεγαλοφυής ο Μότσαρτ» του απάντησα. Το θάνατο τον αντιμετώπισε σαν οίστρο για τη ζωή… Όχι σαν κλαψούρα για να πάρει αγαπούλες επειδή πέθανε κάποιος. Γι’ αυτό αγαπώ τη Σαντορίνη γιατί εκεί εγκυμονεί ο θάνατος συνέχεια.


Αγαθός και παντοδύναμος
Σε μια παλιά πολύ ωραία μυθολογία που έχω του Στέφανου Κομητά, ο οποίος ήταν επιπλέον ένας Φιλικός -εις εκ των πέντε εφόρων της Φιλικής Εταιρείας- μία καταπληκτική μυθολογία, περιγράφεται ο Διόνυσος με το άρμα του να το σέρνουν τίγρεις. Και λέει: «Κυρίευσαν τον κόσμο αναιμωτί». Και περιγράφει τις γυναίκες που ήταν οι Βάκχες του και οι μαινάδες του επίσης σαν τίγρεις . Ο ηθοποιός καλείται να ‘ναι αγαθός και παντοδύναμος για να μπορεί να στέκεται. Αλλιώς (δεν) αφήνει την καλοσύνη του να την πάρει κάποιο κτήνος. Πρέπει να ‘σαι δυνατός.

Για την ακοή
Πάσχουμε, νομίζω, από έλλειψη ακοής. Γιατί μικροί κλείνουμε, για να μη μας μαλώσουν, κλείνουμε να μην ακούσουμε το κακό για μας, μην ακούσουμε τον μπαμπά να μιλάει άσχημα στη μαμά και μετά κλείνει το αφτί και μετά νομίζουμε ότι κι έξω δεν πρέπει να ακούσουμε. Το ‘χουμε πάρει αυτό σαν συνήθεια. Έρχεται λοιπόν ο ηθοποιός με κλεισμένα τα αφτιά. Και τώρα κοίτα να δεις η ελληνική γλώσσα η σοφή, η πάνσοφη. «Πους» το πόδι, μέσα λοιπόν έχει τη λέξη αφτί. «Ους» είναι το αφτί, που σημαίνει ότι πρέπει να ακούς από κάτω από τη γη. Ρους λέξη φοβερή, η ροή, έχει μέσα το αφτί, νους έχει μέσα το αφτί... Ο δάσκαλος θα πρέπει να ξέρει να ακούει για να κάνει και τα παιδιά να ξέρουν να ακούνε τον εαυτό τους.

Να γιορτάζουμε για το… λάθος
Τι προσπαθώ εγώ να πω στα παιδιά; Ότι κάθε φορά γεννάς κάτι. Πώς θα το γεννήσεις; Τι του λες; Πώς του μιλάς, με τι ήχο του μιλάς; Θα του πεις «τι έκανες λάθος;», θα του πεις «ξανά απ’ την αρχή για να γεννήσεις το μωρό του εαυτού σου». Εσύ θα το μεγαλώσεις τώρα το παιδί σου, λέω στους ηθοποιούς μου. Αλλά πώς θα το μεγαλώσεις; Ποιον ήχο θα βάλεις μέσα; Αν σου πω «χάλια το ‘κανες», θα σε τρομάξω. Για φαντάσου να κάνεις κι εσύ το ίδιο στον εαυτό σου, γιατί το ‘χουμε πάρει σαν μητρική γλώσσα και μιλάμε άσχημα στον εαυτό μας. Αυτό προσπαθώ να βγάλω εγώ στα παιδιά. Γιατί έρχονται σε μένα κλεισμένα. Από πού δεν ξέρω. Από φόβο ότι θα τα απορρίψεις μάλλον, το οποίο το κάνουν και μόνα τους στον εαυτό τους. «Κάνε το λάθος» τους λέω, δεν θα σε μαλώσει κανείς, εδώ είμαστε μόνοι μας. Όμως φοβούνται πολλά παιδιά. Θέλει λίγο λίγο να τσαλακωθούν. Όταν καταφέρνω να τους το πάρω είμαι ευτυχής. Να κάνουν λάθος για να πω «μπράβο μπράβο, λάθος λάθος». Πρέπει να γιορτάσουμε για το λάθος.

Φόβος
Θα ήθελα να μιλάω όλες τις γλώσσες, έτσι που ακόμα κι έναν κροκόδειλο που τον φοβάμαι, αν μιλάω τη γλώσσα του, να γίνουμε φίλοι. Δεν μ’ αρέσει το γεγονός ότι φοβάμαι τον κροκόδειλο. Δεν μ’ αρέσει που δε μ’ αρέσει η ύαινα. Είναι ένα κομμάτι μου αυτό που δεν μ’ αρέσει. Θα ήθελα να μιλάω όλες τις γλώσσες του κόσμου, για να μπορώ να επικοινωνώ με όλους και με όλα. Οπότε αν μιλάς τη γλώσσα του κροκόδειλου, δεν θα τον φοβάσαι. Δεν μιλάμε τη γλώσσα του και τον φοβόμαστε.

Ρατσισμός
Πιστεύω πως ρατσισμό έχουμε μέσα μας και για εμάς. Το άσχημό μου δεν το αποδέχομαι. Τον μαύρο μέσα μου δεν το αποδέχομαι. Επομένως όταν βλέπω τον ξένο τρομάζω.

Λόγος
Είναι σαν παιδί ο λόγος, αφήστε τον να παίξει, να βγει έξω, μην τον κρατάτε πίσω το λόγο, σαν ένα τιμωρημένο παιδί. Αισθάνεσαι ότι ο άνθρωπος έχει ανάγκη να φυλακίζει τον εαυτό του και τους άλλους. Οπότε αν εγώ φυλακίζω τον εαυτό μου, δεν θα φυλακίσω και μια γάτα; Δεν θα κοιτάξω να την παιδέψω;

Ατέλεια
Κανονικά θα ‘θελα πολύ να μπορώ να χαϊδέψω και μια ύαινα. Με στενοχωρεί που δεν αγαπάω την κατσαρίδα. Το βρίσκω ατέλειά μου

Βενετία Μοσχόβου, άνασσα ευχαριστημένη

Βενετία

Βενετία


Γιαγιά Αρχόντω

Γιαγιά Αρχόντω



Πατέρας

Πατέρας


Επιστροφή

Επιστροφή


ΓΙΑΓΙΑ = ΓΑΙΑΓΑΙΑ

ΧΡΟΝΟΣ



Χ(ΘΟΝΙΟΣ)ΡΟ(ΥΣ)ΝΟ(Ο)Σ



Τι είναι ο Έρως;

«Τί είναι ο Έρως, διηρωτάτο η Υβόννη εν απογνώσει. Διατί να είναι τόσον δύσκολος η ολοκλήρωσίς του; Διατί να προκαλή τόσους πόνους και τόσας πικρίας, ενώ είναι το μεγαλύτερον αγαθόν, το μεγαλύτερον δώρον που εδόθη εις τους ανθρώπους, η μεγαλυτέρα απόλαυσις, η βαθυτέρα ευτυχία. Τί είναι αυτό που μετατρέπει τον Έρωτα, από Παράδεισον ηδονών, εις Κόλασιν μαρτυρίων; Τι είναι αυτό που μετατρέπει το μέλι εις χολήν; Τι είναι αυτό που κάμνει τον ατυχή ερωτευμένον να υποφέρη, υπό ορισμένας συνθήκας, τόσον; Τι είναι αυτό που ώρες-ώρες κάνει το αίμα το ζεστό να γίνεται μέσα στις φλέβες πάγος; Τι συμβαίνει, διηρωτάτο με σπαραγμόν η νεανίς, και δεν ημπορεί κανείς να απολαμβάνη πάντοτε τον έρωτα σαν μίαν ωραίαν οπώραν {…}, σαν ένα ωραίο τοπείον, σαν ένα ωραίο ξένοιστο πρωί, πασίχαρο, αυροφίλητο, γιομάτο ευφροσύνη, σαν ένα μυροβόλο περιβόλι, ή σαν μια καθαρή αμμουδιά, λουσμένη από γαλάζιο πέλαγος ευδαιμονίας;

Μήπως δεν φταίει καθόλου, μα καθόλου ο έρως – εξηκολούθησε να σκέπτεται μα αιμάσσουσαν καρδίαν η Υβόννη. Μήπως φταίει ο τρόπος με τον οποίον αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τον έρωτα, τόσον εις το ατομικόν, όσον και εις το κοινωνικόν επίπεδον; Μήπως, αν δεν έμπαινε στη μέση το λεγόμενον «αίσθημα» και η λεγομένη «ηθική», θα ημπορούσε τότε μόνον να είναι ο έρως τέλειος και απλός και εύκολος, επ’ άπειρον πανήδονος και απολύτως παντοδύναμος – όλο χαρά (μόνο χαρά), όλο γλύκα (μόνο γλύκα), χωρίς απαγορεύσεις, στερήσεις, πικρίες, διάφορα «μούπες-σούπα» και άλλα αηδή και ακατανόητα, όπως η αποκλειστικότης, η εντός του γάμου αγνότης και όλη η σχετική με αυτόν απέραντη όσον και μάταια ηθικολογία και φιλολογία;

Με τας τελευταίας σκέψεις, η Υβόννη έπαυσε να κλαίη. Της εφάνη ωσάν να είχε λάμψει αιφνιδίως εις το σκότος ένα φως λαμπρόν, μια δέσμη φωτεινή μεγάλου φάρου τηλαυγούς.

{…}

Η Υβόννη εσταμάτησε και ύψωσε το βλέμμα της προς το στερέωμα.

Ω, πόσον ωραία ήτο αυτή η εαρινή νυξ, πόσον λαμπροί ήσαν οι αστέρες, πόσον ακαταμέτρητον ήτο το ύψος του ουρανού! Οποία μεγαλοπρέπεια! Οποία μεγαλωσύνη! Τί ήτο αυτό το απροσμέτρητον; Ένα μαγάλο χάος, ή μία σοφή διάρθρωσις στοιχείων ασυλλήπτων από την διάνοιαν του ανθρώπου, έργον ενός εξουσιάζοντος και διευθύνοντος τα πάντα παντοδυνάμου νου; Ήσαν τα πάντα τυχαία, ή ωφείλοντο εις μίαν θέλησιν και μίαν λογικήν τελείως υπεράνθρωπον, εις μίαν ικανότητα ίλιγγον επιφέρουσαν, της οποίας τα έργα κατέληγαν εις μίαν θεσπέσιαν αρμονίαν; Μήπως οι απέραντοι κόσμοι που την απετέλουν ήσαν το έργον όχι του Θεού, που η εκκλησία θέλει να μας επιβάλη, αλλά ενός Θεού τελείως διαφορετικού, ενός Θεού αλήθεια παντοκράτορος, ενός Θεού αλήθεια παντοδύναμου, που υπήρχε μέσα στα ίδια τα έργα του και σε όλα τα κτίσματά του, αποτελούντος ένα με αυτά, και υπάρχοντος παντού αλλ’ αοράτου, όπως είναι υπαρκτή μα αόρατος η ενέργεια, όπως είναι υπαρκτόν μα αόρατον το πνεύμα, όπως είναι είναι υπαρκτόν αλλά μη ορατόν εις τους πολλούς το Μέγα Φως το Άκτιστον, το Μέγα Φως το Άπιαστον, το εν μεγαλείω και δόξη καταυγάζον, το εις τους αιώνας άπιαστον, μα εκθαμβωτικά εις τους αιώνας των αιώνων ορατόν, μόνο εις όσους ευλογήθηκαν με την υψίστην Χάριν το Φως αυτό να ιδούν; Μήπως άπαντα ταύτα ήσαν ο Θεός, ο μόνος αληθινός – τουτέστιν μια παμμέγιστη, μια υπερτάτη δύναμις ή ενέργεια «λελογισμένη» και παντάνασσα, και επί της Γης και εν Υψίστοις; Αλήθεια, μήπως αυτά ήσαν ο Θεός, και όχι εκείνος ο ηθικολόγος τύραννος και τιμωρός κριτής – τουτέστιν ένας μεγάλος Άρχων φωτεινός, αυτόφωτος, τελείως άσχετος με τας εννοίας του Καλού και του Κακού; Μήπως εν τη ουσία των πραγμάτων δεν υπήρχε καμμία ηθική, ούτε ανάγκη ηθικής, για να διαρθρωθή και να υπάρξη ο Κόσμος; Μήπως, μα τον Θεόν, ο μόνος Θεός ήτο ένας τεράστιος και παντοδύναμος Ψώλων, και, ουσιαστικώς, υπήρχαν μόνον ηδοναί, δια του πανισχύρου Πέους του και του υπερπλουσίου Σπέρματός του χορηγούμεναι; Και μήπως αι ηδοναί αυταί, τουτέστιν αι ερωτικαί, ήσαν αι πράξεις εκείναι, που επλησίαζαν ασυγκρίτως περισσότερον απ’ οτιδήποτε άλλο τους ανθρώπους προς τον Μεγαλοψώλονα Θεόν, τον απόλυτον Πλάστην και Κτήτορα του Κόσμου, τον απόλυτον Κύριον των Δυνάμεων, τον απόλυτο Άρχοντα των Ουρανών και της μικράς μας Γης;

Η Υβόννη ησθάνθη προς στιγμήν ίλιγγον. Δια πρώτην φοράν εις τη ζωήν της εξέρχετο από τα όρια του συμβατικού, από τα όρια του θεμιτού. Όλως αιφνιδίως αντιμετώπιζε τώρα θέματα και έννοιας, αιτήματα και προβλήματα, που ουδέποτε μέχρι τούδε είχε σκεφθεί. Πόσον μακράν ευρίσκετο από την πεπατημένην, την μικροαστικήν αθλιότητα και νοοτροπίαν! Πόσον μακράν ευρίσκετο από την δικτατορικήν εξουσίαν του Παπισμού, της Εκκλησίας, του Καθολικού Χριστιανισμού! {…}

Ο ίλιγγος της Υβόννης ήτο στιγμιαίος. Νέαι σκέψεις, σαν έφηβοι και νεάνιδες αφεθέντες ελεύθεροι από κρατητήρια κοσμητόρων και αστυνομιών, συνέρρεαν με ορμήν και σφρίγος εις τους χλοερούς λειμώνας και τα τερπνά άλση του ελευθέρου λογισμού, της απολύτου ελευθερίας, επάνω από τα οποία έλαμπε, ως μέγας αδάμας ΚΟ-Ι-ΝΟΡ, ο ήλιος της Αλήθειας.

Ο στιγμιαίος ίλιγγος παρήλθε τελείως. Ήτο λοιπόν ωραία η ζωή, πλήρης ηδονών, υπό τον όρον να ξεύρη κανείς να την ζη και να ημπορή να υπερπηδά ή να καταρρίπτη τα ευρισκόμενα ή τιθέμενα εμπόδια και παγίδες.

Η Υβόννη ανέπνευσε βαθιά την θαλασσίαν αύραν και εκοίταζε τον ουρανόν ως εν εκστάσει. Λέξεις που είχε μάθει να αποστηθίζη μάλλον παρά να εννοή εις το σχολείον, επανήρχοντο εις τον νουν της. Ποιος ήτο ο Σείριος, ο Ωρίον; Ποιος ο Βέγας; Ποιος ο Ζεύς; Ποια η Αφροδίτη; Τί ήτο ο μέγας επουράνιος ποταμός, ο Γαλαξίας; Τί ήτο η μέδουσα, ο Ιππόκαμπος, ο Αστερίας; Τί ήσαν τα μαλάκια και σπονδυλωτοί ιχθύες; Τί ήτο ο Βροντόσαυρος, το Δεινοθήριον, η Φάλαινα, τα Μαμούθ, ο Ελέφας; Τί ήτο η ώσις εκείνη που εξεκίνησε από τους πυθμένας των ωκεανών εις την αυγήν της προανθρώπινης ιστορίας και έφθανε πέραν από τας αυχμηρότητας και τους κοχλασμούς της Γης, τους κατακλυσμούς και τα πλημμύρας, τας συρρικνώσεις και τους παγετούς, εις λόχμας και δάση σκιερά και εις ποταμοβρέκτους πεδιάδας, εις γεννήματα και οπώρας {…}, ναι, ω ναι, εις οπώρας και εις καρπούς ποικίλους, που επέτρεπαν την έλευσιν άλλων ειδών και άλλων πλασμάτων…

Και η Υβόννη, εν εξάρσει, εξηκολούθησε να σκέπτεται.

Τί ήτο αυτό που εσύρετο, όταν εγκατέλειψε τα υγρά ανήλια βάθη, τι ήτο αυτό που εσύρετο, αρχικώς, εις γυμνάς θειούχους εκτάσεις, και που ωρθώθη επί τεσσάρων και εν τέλει επί δύο ποδών, και, καθώς είδε ότι είχε αποκτήσει χέρια, ήρχισε να συλλέγη τους καρπούς και τα οπώρας και να κατασκευάζη εργαλεία και όπλα; Τί ήτο αυτό που ούρλιαζε, εσφύριζε ή εβρυχάτο, εις πυκνούς δρυμούς και εις ατμώδη έλη, και έπειτα έγινε αίσθημα, οίστρος, ποιητής, ταγός και λόγος; Τί ήτο αυτό που από βαρέως τριχωτόν και φοβερόν την θέαν ποδοτετράχειρον, έγινε πίθηκος ορθούμενος και κατόπιν άνθρωπος δίπους όρθιος, άνθρωπος «σάπιενς», άνθρωπος με αισθήσεις συνειδητάς, σκέψιν και γνώσεις, τουτέστιν μάστορης, κτίστης και πολεμιστής, και, εν τέλει, άρχων της Γης αναμφισβήτητος, εξουσιάζων απολύτως επί των αλόγων αδελφών πλασμάτων; Τί ήσαν αυταί αι αλλαγαί και εξελίξεις; Τί ήσαν αι μετουσιώσεις; Τί ήτο, αλήθεια, ο Σείριος, ο Ωρίων; Τί ήσαν οι προφήται; Τί ήσαν ο Μωϋσής, ο Ιεζεκιήλ, ο Ησαϊας; Τί ήτο ο Ιησούς Χριστός; Τί ήτο ο Σατανάς; Τί ήτο, εν τέλει, ο άνθρωπος; Τέκνον της ύλης ή του πνεύματος; Ή μήπως ήτο βλαστός ενός αδιαιρέτου αμαλγάματος των δύο, μιας ενότητος αδιαχωρίστου θείας;

Αν είχαν τα πάντα αφετηρίαν, θα έλεγε κανείς ότι τέρμα δεν είχαν. Τίποτε δεν ήτο προδιαεγραμμένον. Ουσιαστικώς αδράνεια δεν υπήρχε, τα πάντα έρρεαν, άλλαζαν ή μετουσιώνοντο – οι κόσμοι και οι άνθρωποι. Ίσως όλα αυτά μαζύ, ίσως το άθροισμα όλων αυτών, ίσως το ατελεύτητον Σύμπαν να είναι ο Θεός, ο παντοκράτορ Άρχων. Ναι, ναι, τα πάντα έρρεαν, άλλαζαν, ή μετουσιώνοντο επ’ άπειρον, εσαεί…

Αναπνέουσα βαθειά, η Υβόννη εκοίταζε ακόμη τον ουρανόν. Αίφνης μία άλλη σκέψις, εις αδιάπτωτον αλληλουχίαν με τας προηγουμένας ερχόμενη, έλαμψε εις τον νουν της. Ήτο μία σκέψις γοργή, θερμή, σαν αίμα σφύζοντος νεανικού οργανισμού… Μήπως αν ήλλασσε πεποιθήσεις και ιδίως την συμπεριφοράν της εις την ζωήν ως προς τον έρωτα, εις τον οποίον έως σήμερον υπήρξε τόσον πολύ ελλειμματίας, θα ήρχιζε δι΄ αυτήν νέα ζωή, μία ζωή πανήδονη, γλυκύτατη – η μόνη ορθή, αληθινή και φυσική. Αλήθεια, μήπως τούτο ήτο δυνατόν;

Ακόμη ολίγα δευτερόλεπτα εκοίταξε τον ουρανόν ως εν εκστάσει η Υβόννη, γοητευμένη, μαγευμένη και αναπνεόυσα βαθειά την θαλασσίαν αύραν… Ω, ναι, αυτό που εσκέφθη ήτο απολύτως δυνατόν. Αλλέως, δεν θα έλαμπαν με αυτόν τον τρόπο τα άστρα· αλλέως δεν θα περιεστρέφοντο τόσον θριαμβευτικά και με τόσην ευρυθμίαν οι τρόχοι του «Μεγάλου Ανατολικού»· αλλέως δεν θα εσκόρπιζε τόσον θωπευτικά, τόσον ηδονικά, κατά διαστήματα, εις το πρόσωπόν της, το υγρόν ψιμύθιν του θαλασίου αφρού, η απαλή πνοή του ανέμου… Ω, ναι, αυτό που εσκέφθη, ήτο δυνατόν να γίνη, και η αλλαγή αυτή, που έπρεπε να αρχίση αμέσως, θα ήτο ο λυτρωμός της.»

http://www.vrahokipos.net/

ὁ Μέγας Πᾶν δὲν πέθανε

Ἥλιε, ἐσύ, πηγὴ ἀστείρευτη
κάθε ζωῆς, εἰκόνα
τοῦ ὡραίου ὑπερτέλεια
καὶ τοῦ Ἀπείρου κορῶνα.

Πρὶν ἀρχίσουν τὸ διάβα τους
τῶν θεῶν οἱ λεγεῶνες,
πρῶτο θεὸ σὲ ἀγνάντεψαν
καὶ μοναχὸν οἱ αἰῶνες.

Καὶ πάλι θεὸς ὕστατος
σὲ νεκρικὴ λαμπάδα
τοῦ τελευταίου θρησκεύματος
θὰ φέξης τὴν κρυάδα.

Ἡ γῆ μας γῆ ἄφθαρτων
ἀερικῶν καὶ εἰδώλων,
πασίχαρος καὶ ὑπέρτατος
θεός μας εἶν᾿ ὁ Ἀπόλλων.

Στὰ ἐντάφια λευκὰ σάβανα
γυρτὸς ὁ Ἐσταυρωμένος
εἶν᾿ ὁλόμορφος Ἀδωνις
ροδοπεριχυμένος.

Ἡ ἀρχαία ψυχὴ ζῆ μέσα μας
ἀθέλητα κρυμμένη,
ὁ Μέγας Πᾶν δὲν πέθανεν,
ὄχι, ὁ Πᾶν δὲν πεθαίνει!

Κωστής Παλαμάς

Σκοπός της ζωής μας...

Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας δὲν εἶναι ἡ χαμέρπεια.
Ὑπάρχουν ἀπειράκις ὡραιότερα πράγματα καὶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἀγαλματώδη παρουσία τοῦ περασμένου ἔπους.
Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ ἀγάπη.
Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ ἀτελεύτητη μᾶζα μας.
Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ λυσιτελὴς παραδοχὴ τῆς ζωῆς μας καὶ τῆς κάθε μας εὐχῆς ἐν παντὶ τόπῳ εἰς πᾶσαν στιγμὴν εἰς κάθε ἔνθερμον ἀναμόχλευσιν τῶν ὑπαρχόντων.
Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι τὸ σεσημασμένον δέρας τῆς ὑπάρξεώς μας.

Τριαντάφυλλα στο Παράθυρο

Γιατί βαθιά μου δόξασα

Γιατὶ βαθιὰ μου δόξασα καὶ πίστεψα τὴ γῆ
καὶ στὴ φυγὴ δὲν ἅπλωσα τὰ μυστικὰ φτερὰ μου,
μὰ ὁλάκερον ἐρίζωσα τὸ νοῦ μου στὴ σιγή,
νὰ ποὺ καὶ πάλι ἀναπηδᾶ στὴ δίψα μου ἡ πηγή,
πηγὴ ζωῆς, χορευτικὴ πηγή, πηγὴ χαρὰ μου…

Γιατὶ ποτὲ δὲ λόγιασα τὸ πότε καὶ τὸ πῶς,
μὰ ἐβύθισα τὴ σκέψη μου μέσα στὴν πᾶσαν ὥρα,
σὰ μέσα της νὰ κρύβονταν ὁ ἀμέτρητος σκοπός, 
νὰ τώρα πού, ἢ καλοκαιριὰ τριγύρα μου εἴτε μπόρα,
λάμπ’ ἡ στιγμὴ ὁλοστρόγγυλη στὸ νοῦ μου σὰν ὀπώρα,
βρέχει ἀπ’ τὰ βάθη τ’ οὐρανοῦ καὶ μέσα μου ὁ καρπός!...

Γιατὶ δὲν εἶπα: «’Εδῶ ἡ ζωὴ ἀρχίζει, ἐδῶ τελειώνει…»
μὰ «Ἂν εἶν’ ἡ μέρα βροχερή, σέρνει πιὸ πλούσιο φῶς…
μὰ κι ὁ σεισμὸς βαθύτερη τὴ χτίση θεμελιώνει,
τὶ ὁ ζωντανὸς παλμὸς τῆς γῆς ποὺ πλάθει εἶναι κρυφὸς…»
νὰ πού, ὃ,τι στάθη ἐφήμερο, σὰ σύγνεφο ἀναλιώνει,
νὰ ποὺ κι ὁ μέγας Θάνατος μοῦ γίνηκε ἀδερφός!...

Άγγελος Σικελιανός

Ευ-αγγελία


Εφτά τα πέπλα τύλιξα γύρω από τη καρδιά σου
Ύστερα τα ξετύλιξα και τ’ άπλωσα μπροστά σου

Αγάπης πρώτο μήνυμα απ’ τη μεγάλη μάνα,
Γη που τη λένε και γεννά άνθη και αηδόνια
Για να γελούν, να τραγουδούν τη μοναξιά του ανθρώπου
Εκείνου του θνητού θεού που πήρε μακρύ δρόμο
Λάμνοντας μεσ’ τις τρικυμιές με Ιούδες με Εφιάλτες
Ίσως για μέρα τρομερή, ίσως και γι’ άγια μέρα
Ανδρός που θε να υψωθεί να ιδεί το πρόσωπό του



Zugleich voll Form und voll Fulle, zugleich philosophierend und bildend, zugleich zart und energisch, sehen wir sie (die Griechen) die Jugend der Phantasie mit der Mannlichkeit der Vernunft in einer herrlichen Menschheit vereinigen.

 Schiller

Ταυτόχρονα σε πλήρη μορφή και πλήρη αφθονία, ταυτόχρονα με τη φιλοσοφία και την εικόνα, ταυτόχρονα τρυφερά και ενεργητικά, βλέπουμε (τους Έλληνες) να ενώνουν τη νεότητα της φαντασίας με τον ανδρισμό του λόγου σε ένα υπέροχο ανθρώπινο γένος.
Όχι ανυπομονησία! Ο Υπεράνθρωπος είναι ο προσεχής βαθμός σας! Γι' αυτό, για τούτον τον περιορισμό, χρειάζεται μέτρο και ανδρισμός. Να υψώσεις τον άνθρωπο πάνω από τον εαυτό του, όπως έκαναν οι Έλληνες - όχι ενσαρκωμένα φαντάσματα. Πρέπει να εξαλείψεις το πνεύμα της υπεροχής που συνδέεται με έναν αδύναμο και νευρικό χαρακτήρα.
Σκοπός: Μεγαλύτερη ανάπτυξη όλου του σώματος, όχι μόνο του εγκεφάλου.